Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Για τις Σπουδές*



*ένα δοκίμιο του Φράνσις Μπαίηκον (Francis Bacon 1561-1626 μΧ.) από το βιβλίο Δοκίμια εκδ. Ζήτρος


Οι σπουδές προσφέρουν ευχαρίστηση, χάρη και ικανότητες. Η ευχαρίστηση γίνεται αισθητή κυρίως στη μοναξιά και την απομόνωση· η χάρη, στη συζήτηση με τους άλλους· και οι ικανότητες, στην κρίση και την διεκπεραίωση των υποθέσεων. Διότι άνθρωποι που οι γνώσεις τους προέρχονται μόνον από την πείρα, μπορούν να είναι καλά εκτελεστικά όργανα, και ίσως ικανοί να κρίνουν τα επιμέρους, ένα ένα· αλλά η συνολική καθοδήγηση, και τα σχέδια και ο συντονισμός των υποθέσεων είναι καλύτερα να αναλαμβάνονται από εκείνους που είναι μορφωμένοι. 

Να ξοδεύεις πάρα πολύ χρόνο στις σπουδές είναι νωθρότητα· να τις χρησιμοποιείς επιδεικτικά είναι επιτήδευση· να κρίνεις καθ'ολοκληρία με βάση τους κανόνες τους είναι σχολαστικότητα. Οι σπουδές τελειοποιούν τη φύση, και τελειοποιούνται από την εμπειρία, διότι τα φυσικά ταλέντα είναι όπως τα φυτά, και χρειάζονται την περιποίηση της μελέτης· και οι ίδιες οι σπουδές προσφέρουν πάρα πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις, αν δεν περιορίζονται από την εμπειρία. 

Οι πρακτικοί και πανούργοι άνθρωποι περιφρονούν τις σπουδές, οι απλοί άνθρωποι τις θαυμάζουν, και οι σοφοί τις χρησιμοποιούν· διότι οι ίδιες δεν διδάσκουν τη χρήση τους· αυτή είναι μια σοφία έξω και πάνω από αυτές, που αποκτάται με την παρατήρηση. Μην διαβάζετε για να διαφωνείτε και να αντικρούετε· ούτε να πιστεύετε και να αποδέχεστε τυφλά· ούτε για να βρίσκετε υλικό για ομιλίες και συζητήσεις· αλλά για να μαθαίνετε, να σκέπτεστε και να κρίνετε. 

Μερικά βιβλία είναι για να δοκιμάζονται, άλλα για να καταπίνονται, και λίγα για να μασώνται και να αφομιώνονται· δηλαδή μερικά βιβλία είναι για να διαβάζονται μόνο αποσπασματικά· άλλα για να διαβάζονται, αλλά όχι πολύ προσεκτικά· και λίγα για να διαβάζονται ολόκληρα, και μάλιστα με επιμέλεια και προσοχή. Μερικά βιβλία μπορούν επίσης να διαβαστούν δι' αντιπροσώπου, και συνόψεις τους να γίνουν από άλλους· αλλά αυτό μόνο για τα λιγότερο σημαντικά θέματα, και τα λιγότερο καλά βιβλία· αλλιώς τα απεσταγμένα βιβλία είναι σαν τα κοινά απεσταγμένα νερά, ανούσια πράγματα. 

Το διάβασμα κάνει τον πολυμαθή· η συζήτηση των ετοιμόλογο· και η συγγραφή τον ακριβολόγο άνθρωπο. Και γι' αυτό, αν γράφει κανείς λίγο, χρειάζεται να έχει γερή μνήμη· αν συζητεί λίγο, χρειάζεται μεγάλη ετοιμότητα πνεύματος· και αν διαβάζει λίγο, χρειάζεται να διαθέτη πολλή πανουργία, ώστε να φαίνεται πως ξέρει και εκείνα που αγνοεί. Η μελέτη της ιστορίας κάνει τον άνθρωπο σοφό, η ποίηση του δίνει ευστροφία, τα μαθηματικά τον κάνουν λεπτολόγο, η φυσική φιλοσοφία βαθυστόχαστο, η ηθική σοβαρό, η λογική και η ρητορική ικανό να ανταγωνίζεται. Abeunt studia in mores¹. 

Και όχι μόνο αυτό· δεν υπάρχει φραγμός ή εμπόδιο για το νου, που να μην μπορεί να απομακρυνθεί με τις κατάλληλες σπουδές· όπως, με τον ίδιο τρόπο, για τις ασθένειες του σώματος μπορούν να υπάρχουν οι κατάλληλες θεραπείες. Έτσι αν το μυαλό του ανθρώπου δεν συγκεντρώνεται, ας μελετήσει μαθηματικά· διότι στις αποδείξεις, αν το μυαλό του αποσπαστεί έστω και λίγο, πρέπει να ξαναρχίσει από την αρχή. Αν το μυαλό του δεν έχει την τάση να διακρίνει ή να εντοπίζει τις διαφορές, ας μελετήσει τους Σχολαστικούς, διότι αυτοί είναι cymini sectores². Αν τείνει να μην είναι διεξοδικός, και, ενώ ζητεί να αποδείξει το ένα πράγμα, φέρνει παραδείγματα για ένα άλλο, ας μελετήσει τις υποθέσεις των δικηγόρων. Έτσι, κάθε ελάττωμα του νου μπορεί να έχει ένα ιδιαίτερο φάρμακο.

¹ Οι σπουδές διακρίνονται στα ήθη. Οβίδιος, Ηρωίδες, ΧV.83
² Ικανοί να κόβουν την τρίχα στα δύο.
 sobaresapopseis.blogspot.com

space and motion



Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Το κείμενο που ακολουθει,αποτελεί απόσπασμα Πανηγυρικού Λόγου ενός εκ των μεγαλύτερων Ελλήνων φιλολόγων.

Εκφωνήθηκε την 26η Οκτωβρίου 1960 στη μεγάλη αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης:

"Η εθνική ελευθερία είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τη ζωή ενός λαού. Να δεχτούμε όμως πως το νόημα της ελευθερίας εξαντλείται από την ώρα που ένα έθνος πετάει από πάνω του τα δεσμά της δουλείας και οργανώνεται σε κράτος αυτόνομο; Αν ναι, τότε δεν θα είχαμε τί­ποτε να προσθέσουμε στο κεφάλαιο της ελευθερίας μας, έξω βέβαια από την ευθύνη να την κρατήσουμε αλώβητη. Με άλλα λόγια, δεν θα ήμαστε παρά απλοί θεματοφύλακες ενός αγαθού που μας εχάρισαν οι θυσίες των πατέρων μας.

Ποιος όμως είπε πως το ελληνικό ιδανικό της ελευθερίας δεν υψώνει στον άνθρωπο και άλλες απαιτήσεις, και πολύ βαριές μάλιστα: Μιλώ για το ελληνικό ιδανικό της ελευθε­ρίας· γιατί όπως κάθε υψηλή έννοια, το ίδιο και η έννοια της ελευθερίας ούτε αυτονόητη εί­ναι ούτε μονοσήμαντη. Ελεύθερος άνθρωπος: στον όρο αυτό δίνει κάθε λαός ανάλογα με την πνευματική του προετοιμασία και την ψυχική του ωριμότητα διαφορετικό περιεχόμενο. Στον αρχαίο κόσμο ελεύθερος, εθνικά ελεύθερος, ήταν και ο Αθηναίος και ο Σπαρτιάτης και ο Πέρσης και ο Αιγύπτιος. Ο Αιγύπτιος όμως και ο Πέρσης, αν τους μετρούσαμε πάνω στο κλασικό ελληνικό ιδανικό, δύσκολα θα μπορούσαν να χαραχτηριστούν πολίτες ελεύθεροι" γιατί τους λαούς αυτούς τους βλέπουμε να σκύβουν το κεφάλι μπροστά σε μιαν επιταγή που τους επιβαλλόταν απέξω: στην επιταγή μιας πολιτείας, που απαιτούσε να κανονίζει και την ιδιωτική ζωή του πολίτη της ως την τελευταία λεπτομέρεια- ή στην επιταγή ενός βασιλιά, συχνά θεοποιημένου, που όριζε τους υπηκόους του σε ζωή και σε θάνατο- σε άλλες χώρες οι λαοί έπρεπε να υπακούν τυφλά στην επιταγή μιας θρησκείας σκοτεινής και αδιάλλαχτης, που τα μυστικά της τα γνώριζε μόνο το ιερατείο της, παντοδύναμο και ανεξέλεγκτο.

Αντίθετα το κλασικό ελληνικό ιδανικό ζητούσε από τον άνθρωπο να μεταστρέψει τον εξωτερικό εξαναγκασμό σε πειθαρχία εσωτερική: Να σεβαστείς και ν' αγαπήσεις το θεό σου' να υπακούσεις στους νόμους της πατρίδας σου' να πειθαρχήσεις στους άρχοντες σου - ναι! Όχι όμως γιατί σε υποχρεώνουν εκείνοι, όχι γιατί φοβάσαι την τιμωρία τους, όχι για­τί θέλεις να κολακέψεις την εύνοια τους. Μια μάζα ανθρώποιν αξεχώριστων, που δουλεύει τυφλά και άβουλα στο θεό , στην πολιτεία και στους άρχοντες, ας είναι και για το καλό, αυ­τό για τον κλασικό 'Ελληνα δεν ήταν οργάνωση ανθρώπων ελεύθερων. Για τον κλασικό Ελληνα η ελεύθερη πολιτεία προϋπόθετε και τον πολίτη ελεύθερο. Το κάθε άτομο χρωστούσε να υψωθεί σε ακεραιωμένη, υπεύθυνη προσωπικότητα, και με το φρόνημα αδούλωτο να κάνει τις επιταγές του θεού, της πολιτείας και των αρχόντων επιταγές της ψυχής του της ίδιας. Όλες οι μεγάλες ανθρώπινες αξίες, για να μείνουν αξίες, έπρεπε να πάψουν να είναι ετεροκίνητες και να δικαιωθούν μέσα στην ψυχή του κάθε πολίτη."

Για να φτάσει, όμως, ο Έλληνας, λέει ο Κακριδής, σ' αυτήν τη "φωτισμένη σύλληψη του ελεύθερου ανθρώπου", χρειάστηκε να κάμει μεγάλη και κουραστική διαδρομή, και υπενθυμίζει τον ερχομό των Ελλήνων στην Ελλάδα το 2000 π.Χ., την επιμειξία τους με τους Προέλληνες. τους οποίους αφομοίωσαν, καθώς και τις επι­κοινωνιακές επαφές τους με τους λαούς της Ανατολής (Κρήτες; Αιγυπτίους, Βαβυ­λώνιους και άλλους}, από τους μεγάλους πολιτισμούς των οποίων δανείστηκαν πολ­λά πολιτιστικά στοιχεία, τα οποία τα χρησιμοποίησαν ως υλικό που το δούλεψαν μέ­σα τους και το σφράγισαν με πνεύμα καθαρά ελληνικό. Δεν πρόκειται "για άγονη μί­μηση, αλλά για ελεύθερη αναδημιουργία". Και για να το δείξει αυτό; αναφέρει δύο παραδείγματα: το αλφάβητο και τους θεούς.

Το αλφάβητο, λέει, οιΈλληνες το πήραν από τους Φοίνικες και το τελειοποίη­σαν. Οι Φοίνικες είχαν μόνο σύμφωνα, οιΈλληνες πρόσθεσαν και τα φωνήεντα" έτσι κάθε φθόγγος έχει και το σύμβολο του. "Αυτή τη νέα γραφή μπορεί τώρα να τη χρη­σιμοποιήσει και ο πιο απλός άνθρωπος του λαού." Η γνώση περνάει από τους βασι­λείς και τα ιερατεία στα πλήθη, κάτι που αποτελεί ταυτόχρονα πορεία προς τον πο­λιτισμό και προς τη δημοκρατία.

Αλλά και τους θεούς οι Έλληνες τους πήραν από τους ανατολικούς λαούς. Και τους πήραν χθόνιους και σκοτει­νούς, για να τους υψώσουν με τον καιρό στον Όλυμπο και να τους κάμουν φως, μουσική, έρωτα, δημιουργία. "Σ' αυτά τα χρόνια οι Έλληνες ανακάλυ­ψαν το φως: και αυτή η ανακά­λυψη στάθηκε ένας από τους πιο βασικούς σταθμούς στην πορεία προς την ελευθερία . . . Στις ψυχές των Ελλήνων πρω-τάστραψε το φως,, το μέσα φως. Στους αιώνες τους σκο­τεινούς οι Έλληνες κοίταξαν και γύρω τους βέβαια, και μέ­σα τους όμως, μέσα τους πιο πολύ. Το σκοτάδι έφυγε από την ψυχή των Ελλήνων, γι' αυ­τό ανέβασαν τους θεούς των από τα σκοτάδια της γης στον διάφανο Όλυμπο. Κάτι ακόμα: ύψωσαν το φως σε σύμβολο ελευθερίας."

Και τα παραδείγματα του Κακριδή συνεχίζονται: Το φως ζητάει ο Αίας από τον Δία την ώρα που σκο -τεινιάζει η μάχη γύρω από το κορμί του Πάτροκλου. Το φως και όχι τη σωτηρία. Να πεθάνουν εύχεται με -σα στο φως: αντικρίζοντας κατάματα το θάνατο, σαν ελεύθερες ψυχές που είναι. Αλλά και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας οι Έλληνες κινούνται, παρατηρεί ο Κακριδής; αναλύοντας τους "Πέρ­σες" του Αισχύλου, μέσα στο φως της ημέρας, ενώ στα σκότη σχεδιάζουν και κινού­νται οι Πέρσες. Στην ελληνική παράταξη όλα είναι φως, ακόμη και η σάλπιγγα βγά­ζει φλόγες, όλα είναι κίνηση φανερή, αντρίκια, ελεύθερη. Και καμιά απειλή του αρ­χηγού, για να μπουν στον πόλεμο, όπως συνέβαινε με τους Πέρσες. Οι Έλληνες αγω­νιστές ξέρουν από τον πρώτο ως τον τελευταίο ότι πολεμούν για την ελευθερία τους.

Γράφει ο Κακριδής:

"Σε ολόκληρο το έργο τίποτε δε δείχνει πως ο ποιητής περιφρονεί τον αντίμαχο. Έτσι και το περσικό σκοτάδι αντίκρυ στο ελληνικό φως συμβολίζει, νομίζω, πιο πολύ έναν διαφορετικό παρά έναν κατώτερο κατά τη γνώμη του Αισχύλου πολιτισμό. Είναι ο κόσμος του κρυφού και του σκοτεινού- ο κόσμος, όπου οι άνθρωποι άβουλοι και αμίλητοι, άχρωμοι και αδιαφοροποίητοι, υπηρετούν μηχανικά και δουλικά στους σκοπούς του κράτους, που τη θέληση του την ενσαρκώνει ένας και μόνο.

Απέναντι στο ασιατικό αυτό ιδανικό η Ελλάδα αντιτάζει το δικό της: το κάθε άτομο ακεραιωμένο και ελεύθερο, υπεύθυνο απέναντι στον εαυτό του και στην πολιτεία του και στους θεούς του.- Και ο Έλληνας το ξέρει πως σαν άνθρωπος που είναι στέκει αδύναμος μπροστά στις βουλές των θεών των αθανάτων ακόμα ξέρει πως για να υπάρξει κράτος, εί­ναι ανάγκη ο πολίτης να υπακούει στους νόμους και στους άρχοντες. Και όμως κοιτάζει τους θεούς του στα μάτια, δεν τους προσκυνάει, γιατί η αίσθηση της αξιοπρέπειας του ως ανθρώπου δεν του επιτρέπει την ταπείνωση αυτή. Νιώθε; ακόμη πως και για τους θεούς τους ίδιους θα ήταν ταπεινωτικό να βλέπουν μπροστά τους δούλους να τους λατρεύουν.

Στα μάτια κοιτάζει ο Έλληνας και τους άρχοντες του, την ώρα που στην Ασία έπρεπε να κυλιόσουν στο χώμα μπροστά στο βασιλέα τους' γιατί στην Ελλάδα η πολιτεία τους πο­λίτες της τους θέλει συνειδητούς, ελεύθερους συνεργάτες στους σκοπούς της και όχι άβου­λα όργανα της. Ιδανικό της δεν είναι η προκοπή της μέσα από την υποδούλωση των ατόμων είναι η τελείωση της μέσα από των ατόμων την τελείωση. Μια πολιτεία φιλάνθρωπη, που τι­μάει και σέβεται τον πολίτη της, καθώς τον βοηθεί να ολοκληρωθεί με δικό του περίγραμ­μα, δικιά του προσωπικότητα.

Αυτό το ιδανικό του ελεύθερου ανθρώπου, που θεμελιώνεται στους σκοτεινούς αιώ­νες και ολοκληρώνεται στην κλασική Αθήνα του 5ου αιώνα, προσδιορίζει ένα πλήθος φανε­ρώματα του ελληνικού κόσμου, που αλλιώς μας φαίνονται παράξενα και άσχετα μεταξύ τους. Ας μελετήσουμε μερικά, παίρνοντας τα από ποικίλες περιοχές της ζωής".

Για να μας δείξει αυτά τα φανερώματα ο Κακριδής φέρνει παραδείγματα από τη μυθολογία, από την καθημερινή ζωή των Ελλήνων και από την τέχνη τους: Στη μυθο­λογία, λέει, κάθε λαού ζουν πλήθος μικροδαίμονες {νάνοι, γίγαντες, νεράιδες, Χάρι­τες, θεότητες ποικίλες της φύσης) ανώνυμοι όλοι τους. Χάνονται μέσα στην ανωνυ­μία. Μόνο στην Αρχαία Ελλάδα έχουν ονόματα' ο καθένας το δικό του. Όχι δίχως λό­γο! Γιατί με τ' όνομα της η κάθε θεότητα διακρίνεται από την ανώνυμη μάζα, αποκτά δικό της περίγραμμα και προσωπικότητα: ελευθερώνεται.

Έτσι και οι πολίτες* ο καθένας με τ' όνομα του και μόνο μ' αυτό. Οι τίτλοι λείπουν. Αν βρίσκαμε σήμερα την επιτύμβια στήλη του Περικλή, είναι βέβαιο ότι θα έγρα­φε, όπως και τόσων άλλων Αθηναίων:

Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς
το όνομα του, το όνομα του πατέρα του και του δήμου του. Όλα τα λοιπά (τίτλοι: στρατηγός, πολιτικός κτλ.) είναι απλές συνέπειες της προσωπικότητας του. Δεν προ­σθέτουν, θολώνουν. Δεν προβάλλουν, σκοτίζουν: Δεν ελευθερώνουν.

Έτσι και στην τέχνη· το κάθε άγαλμα ζει τη δική του ζωή μέσα στο φως χωρίς εξαρτήσεις και αντιστύλια. Γι' αυτό το καθένα τους δουλεύεται από όλα τα μέρη του, ακόμη και από το πίσω μέρος που δεν πρόκειται να φανεί. Ακεραιωμένα τα αγάλματα, όρθια και γυμνά: ελεύθερα από το καθετί· πόθος ελευθερίας. Γράφει:

"Ισως κανένα άλλο μνημείο δε φανερώνει το ιδανικό της ελληνικής ελευθερίας ωραιότερα από τη ζωφόρο του Παρθενώνα. Εκατό κάπου μορφές αποτελούν την πομπή, η καθεμιά με τα δικά της γνωρίσματα. Στα ανατολικά πρότυπα όλες οι μορφές είναι ίδιες, γί­νονται ανώνυμη μάζα. Στον Παρθενώνα κάθε μορφή κρατάει την προσωπικότητα της".

"Ο πόθος της ακεραίωσης κυβερνάει ακόμη και τα άψυχα: η κάθε κολόνα στον αρ­χαίο ναό κρατιέται σε απόσταση από την άλλη, ζει τη δικής της ζωή και πειθαρχεί στο γε­νικό ρυθμό. Αντίθετα στους ρωμαϊκούς ναούς οι πυκνές κιονοστοιχίες δίνουν την εντύπωση της μάζας και θυμίζουν πυκνές ρωμαϊκές φάλαγγες, μέσα στις οποίες το άτομο χάνεται."

"Ο ελεύθερος άνθρωπος μέσα στην ελεύθερη πολιτεία, αυτό είναι το ελληνικό ιδα­νικό. Το άτομο λυτρωμένο από την αμάθεια και την πρόληψη και το φόβο, φωτισμένο, πε­ρήφανο, με τη δύναμη ό. τι παίρνει απ' έξω να το δουλεύει βαθιά μέσα του' το άτομο που συμ­μετέχει ενεργά και υπεύθυνα στη διακυβέρνηση της πολιτείας' που τον εξωτερικό κατανα­γκασμό τον αλλάζει σε εσωτερική ελευθερία, που το όχι των θεών. των νόμων και των αρχόντων μπορεί και το μεταστρέψει σε ναι της ίδιας του της ψυχής."

(Ι.Θ. Κακριδής, «Ελληνικό φως»)

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Η τεχνική πρόοδος

Όσοι, κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι ή υψώνοντας τη φωνή με οργή, αρνούνται την ηθική πρόοδο του ανθρώπου κατά τους μακρούς αιώνες της ιστορικής του διαδρομής, μιλούν συνήθως με αδιαφορία, ή και με περιφρόνηση, για την αξία της "υλικής" προόδου, των κατακτήσεων δηλαδή της επιστήμης και της τεχνικής, που άλλαξαν στους χρόνους μας τη μορφή του κόσμου.
Καμιά επιρροή, λέγουν δεν έχουν αυτά τα πολυθρύλητα θαύματα απάνω στον ηθικό βίο του ανθρώπου, στο χαρακτήρα, στην προσωπικότητά του. Άλλη η μια τροχιά, άλλη η άλλη· δεν πηγαίνουν παράλληλα. Ή
Καμιά ουσιαστική αξία, λέγουν, δεν έχουν οι τεχνικές τελειοποιήσεις των μέσων της ζωής, για τις οποίες υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας. Ευτυχέστερος ήταν ο άνθρωπος που ζούσε χωρίς τις σημερινές ανέσεις, σε κοινωνίες απλούστερες, "πρωτόγονες". Ή
Όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής. Πολλαπλασίασε και έκανε πιο raffinee τη δύναμη της κακουργίας του . . .
Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι και οι τρεις αυτές υποθέσεις είναι αστήριχτες· βρίσκονται σε ασυμφωνία με εξώφθαλμα γεγονότα.
Πρώτον, είναι πλάνη να νομίζομε ότι η ευημερία δεν επηρεάζει προς το καλύτερο το ήθος των ανθρώπων. Προσοχή: δε λέγω η ευμάρεια, ο πλούτος, η πολυτέλεια· λέγω η ευημερία, δηλαδή η επάρκεια των υλικών μέσων της ζωής, που επιτρέπει τις απαραίτητες για έναν πολιτισμένο άνθρωπο ανέσεις. Τα παραδείγματα αφθονούν, από παρατηρήσεις απάνω και στην ατομική και στη συλλογική ζωή. Η πενία, ως συνώνυμο της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας, είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου και η μεγαλύτερη μάστιγα των κοινωνιών. Άτομα ή λαοί που λιμοκτονούν, δεκατίζονται από αρρώστιες και είναι βυθισμένοι στην αμάθεια, έχουν το βούρκο και τη δυστυχία μέσα στην ψυχή τους. Φθονούν, απεχθάνονται, μισούν όχι μόνον όσους γεύονται άνετα τα αγαθά της ζωής, αλλά και τους ομοίους των. Η εξαθλίωση διηθείται έως τους εσώτερους πόρους της ψυχής τους και τους εξαχρειώνει. Αρετές όπως η αγάπη της ελευθερίας, η αυτοκυριαρχία, η αξιοπρέπεια δεν μπορούν να ριζώσουν σε έδαφος ψυχικό, που το έχουν αποψιλώσει οδυνηρές υλικές στερήσεις. Σκλάβους, ακρατείς, ευτελείς κάνει τους ανθρώπους η αγιάτρευτη φτώχεια. - Αντίθετα η ευημερία, ως συνώνυμο της ευπορίας στα υλικά μέσα της ζωής, της υγείας και της μόρφωσης, επιδρά ευεργετικά απάνω στο χαρακτήρα των ατόμων και των λαών. Τους κάνει φιλελεύθερους, ευπρεπείς, γενναιόψυχους. Τους δίνει τη χαρά της ζωής που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται την ανθρωπιά του. Να υπερηφανεύεται γι' αυτήν. Να την τιμά, και στο δικό του πρόσωπο και στο πρόσωπο των ομοίων του. "Ευστάθεια" (με όλες τις σημασίες της λέξης) δεν έχουν ούτε τα άτομα ούτε οι κοινωνίες που μαστίζονται από την εξαθλίωση. Και είναι εχθρός του ανθρώπου εκείνος (ο σοφός ή ο πολιτικός) που θεωρεί άσχετες μεταξύ τους την ευημερία με την ευτυχία, την ευτυχία με την αρετή. Χαρά και καλοσύνη (όσο και αν επιχειρούμε να αντισταθμίσομε τις στερήσεις του παρόντος με προσδοκίες του μέλλοντος) δεν μπορεί να έχει ο άνθρωπος ή ο λαός ο εξαθλιωμένος από τα δεινά της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας. Χορτάσετέ τον, γιατρέψετέ τον, μορφώσετέ τον και θα δημιουργήσετε τις προϋποθέσεις για ν' αστράψει μέσα του το φως της αλήθειας, της ομορφιάς και της αρετής - με μια λέξη : της ανθρωπιάς.
Δεύτερον, είναι πλάνη να υποθέτομε ότι οι εκπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνικής, για τις οποίες δικαιολογημένα υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας, δεν έχουν καμιάν ουσιαστικήν αξία, επειδή τάχα δεν έκαναν "ευτυχέστερο" τον άνθρωπο - άρα δεν αποτελούν "πρόοδο". "Άχ! τι ωραία που ζούσαν άλλοτε οι άνθρωποι στις πρωτόγονες κοινωνίες τους, χωρίς το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο" . . Δεν πρέπει, νομίζω, να παίρνομε στα σοβαρά αυτό τον ψευτορομαντισμό της υποκριτικής νοσταλγίας του παρελθόντος. Πρώτα - πρώτα γιατί δογματίζει "εκ του ασφαλούς" και "με το αζημίωτο": δεν εγνώρισα ακόμη κανένα οπαδό του δόγματος να διακόψει το ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του για να ζήσει ευτυχέστερος. Και έπειτα, γιατί είναι τουλάχιστο γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι ζούσαν "καλύτερα" οι άνθρωποι τότε που οι γιατροί καίγανε με πυρωμένο σίδερο τις μολυσμένες πληγές (χωρίς φυσικά, να μεταχειρίζονται αναισθητικά ή αναλγικά φάρμακα) ή που πέθαιναν τα μωρά κατά εκατομμύρια από εντερίτιδα . . . ή τότε που σοφοί και υψηλής ευαισθησίας άνθρωποι καταδέχονταν να θεωρούν τη δουλεία αναπόφευκτη, επειδή έπρεπε να μένουν ώρες και δυνάμεις σ' αυτούς και στους οικείους των ελεύθερες για να διαβάζουν και να ψυχαγωγούνται. . .ή τότε που η ανάγνωση και η γραφή ήταν προνόμιο των ολίγων και των "ισχυρών" και ο μεγάλος αριθμός έπρεπε να πιστεύει μοίρα του αδυσώπητη να μένει εσαεί βυθισμένος στην άγνοια, στη δεισιδαιμονία και στο σκότος. Έχομε άραγε όλοι συνειδητοποιήσει τις τεράστιες προόδους που έχει πραγματοποιήσει στα μέσα και στον τρόπο της ζωής μας αυτός ο πολιτισμός που τον αποκαλούμε με περιφρόνηση "απλώς τεχνικό"; Ιδού μια λεπτομέρεια διατυπωμένη με αριθμούς που αξίζει να τη σκεφτούμε πολύ: Στο Λίβερπουλ (της Μεγ. Βρετανίας) ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 1846 ήταν το 26ο έτος της ηλικίας· στο Μπόστον (των Ηνωμένων Πολιτειών) ο μέσος όρος ήταν πέρσι το 66,7 της ηλικίας. Και δεν είναι μόνο η διάρκεια που μεγάλωσε· έγινε και το ποιόν της ζωής διαφορετικό. Σήμερα ο άνθρωπος των προχωρημένων στον πολιτισμό χωρών έχει άπειρες ευκαιρίες να "εντείνει" και να "υψώσει" (να ευγενίσει με τα αγαθά της παιδείας) τη ζωή του. Να την εκτιμήσει και να τη χαρεί. Ότι ζει "καλύτερα", "ανετότερα", "τελειότερα", "ανθρωπινότερα", δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι άραγε και ευτυχέστερος; Η απάντηση εξαρτάται από το τι ονομάζεται "ευτυχία". Θα αναγνωρίσετε πάντως ότι όταν πεθαίνει κανείς πολύ νέος, αφού έχει ζήσει μια περιορισμένη, κουτή και τυραννισμένη ζωή - δεν προλαβαίνει τουλάχιστο να ευτυχήσει . . .Τρίτο και τελευταίο, είναι πλάνη να υποστηρίζομε ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος των τελευταίων τριών αιώνων όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο. Το επιχείρημα (που με τόσην ελαφρότητα επαναλαμβάνεται ακόμη και από σοβαρούς συζητητές) ότι οι πιο προοδευμένοι στην επιστήμη και στα γράμματα λαοί φάνηκαν οικτρότεροι και πιο αδίσταχτοι, απάνω στον πυρετό του τελευταίου πολέμου, δεν έχει αποδειχτικήν αξία αναμφισβήτητη, άμα το αναλύσει κανείς περισσότερο. Υπενθυμίζω τη διάκριση, που κάνουν οι Μαθηματικοί, μεταξύ αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, γιατί αυτή θα μας δώσει το λογικό σχήμα να βάλομε τα πράγματα στη θέση τους. Να υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα υδρατμοί στην ατμόσφαιρα, είναι μια αναγκαία προϋπόθεση της βροχής - όχι όμως και επαρκής, γιατί αυτή και μόνη (χωρίς πχ μιαν ορισμένη πτώση της θερμοκρασίας) δεν φέρνει τη βροχή. Αυτό συμβαίνει και στη δική μας περίπτωση. Κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι φτάνει μια διδακτορική διατριβή στη Χημεία ή ένα νόμπελ της Φυσικής για να γίνει και ηθικά ανώτερος ένας άνθρωπος· όταν όμως φωτίζεται ο νους του με τη διερεύνηση των νόμων του σύμπαντος και από τούτο το φωτισμό υψώνεται το πνευματικό του βλέμμα έως τη θεώρηση κάποιων ανώτερων αληθειών, δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες για να αναπτυχθούν μέσα στην ψυχή του τα σπέρματα του καλού (εάν είναι ζωντανά) και έτσι να γίνει πιο άνθρωπος.
Χωρίς αυτόν τον τελευταίο όρο ( την επαρκή συνθήκη του μαθηματικού) ο επιστήμονας ή ο τεχνικός μας θα καταντήσει ένας τερατώδης νους τόσο προσηλωμένος στις άτεγκτες γενικεύσεις του, ώστε να είναι ικανός για τις μεγαλύτερες θηριωδίες. Και τούτο επειδή έχει μείνει στη μέση του δρόμου: στάθηκε στις γνώσεις· δεν προχώρησε έως τη γνώση. Έως δηλαδή εκείνη την ολοκλήρωση του πνεύματος που δεν ξεχωρίζει πια με στεγανά τοιχώματα από δω την "αλήθεια" από κει την "ομορφιά" και παραπέρα την "αρετή", αλλά αισθάνεται, κρίνει και τιμά, σα μιαν ακατάλυτη ενότητα, την αρετή μέσα στην ομορφιά της αλήθειας. Η σωστή λοιπόν τοποθέτηση του ζητήματός μας είναι να πούμε ότι η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής μπορεί να καλυτερέψει τον άνθρωπο (όπως ασφαλώς μπορεί και να τον χειροτερέψει - σαν τον διαρρήκτη που έχει αποκτήσει τελειοποιημένα εργαλεία), αφού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πνευματική του απογείωση. Αρκεί να συνεχίσει την πτήση του και να πάει πολύ ψηλά . . . Ας το πάρομε μια για πάντα απόφαση· αφού μπήκαμε στο δρόμο των επιστημονικών και τεχνικών κατακτήσεων, δε γίνεται πια να γυρίσομε πίσω. Αλλά ούτε ωφελεί. Απάρνηση της προόδου σ΄ αυτό τον τομέα σημαίνει επάνοδο στη βαρβαρότητα. Ευτυχέστερη και ηθικότερη θα γίνει η ανθρωπότητα όχι δεσμεύοντας αλλά αφήνοντας πιο ελεύθερο ακόμη το πνεύμα. Η σωτηρία μας είναι όχι λιγότερη, αλλά περισσότερη, πλατύτερη και βαθύτερη μάθηση.

(Ε. Π. Παπανούτσος, Πρακτική Φιλοσοφία 1965)

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Το δοκίμιο που ακολουθεί είναι από τα χαρακτηριστικά του μεγάλου παιδαγωγού Ε.Π.Παπανούτσου. Ο λόγος του και η επιχειρηματολογία του παραμένουν οικείοι και "φρέσκοι" ακόμη και σήμερα . Κυρίως όμως δίνει πειστικές απαντήσεις για την κακοδαιμονία της νεοελληνικής πραγματικότητας κι εξηγεί ικανοποιητικά την παθογένεια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Το Κράτος, έλεγε, όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως συγκεκριμένο βίωμα, σαν ένα κομμάτι από την ίδια τη ζωή μας, λείπει από τους ση¬μερινούς Έψηνες. Το αισθάνονται σαν ξένο, όχι δικό τους, και δεν το πονούν. Τη χώρα τους την αγαπούν με πάθος. Για μια χούφτα από το χώμα της είναι άξιοι να πεθάνουν με την πιο μεγάλη ευκολία. Άλλο Πα¬τρίδα, όμως και άλλο Πολιτεία. Με την Πατρίδα είμαστε στενότατα δε¬μένοι • την έχουμε βάλει μέσα στο αίμα μας, γιατί και με το αίμα μας την έχουμε κρατήσει. Την Πολιτεία όμως, δηλαδή αυτό τον ορισμένο τρό¬πο με τον οποίο έχει οργο.ντοθεί και διοικείται ο τόπος, αυτήν την απρό¬σωπη δύναμη που λειτουργεί στο όνομα, όλων για να εξασφαλίζει με τα όργανα και τους θεσμούς της τη ζωή και την ελευθερία μας, δεν μπο¬ρούμε να τη νιώσουμε σαν κάτι εντελώς δικό μας. Είναι ξένο σώμα για το αίσθημα μας.
Απόδειξη ότι δεν πονούμε, ούτε αισθανόμαστε ενστιγματικά την ανάγκη να προστατέψουμε ό,τι ανήκει στο Κράτος, το δημόσιο κτήμα. Απέναντι του δείχνουμε αδιαφορία και κάποτε μιαν απίστευτη εχθρό¬τητα και μανία, καταστροφής. Από παιδιά στο σχολείο κακοποιούμε βάρβαρα τα θρανία και τους τοίχους του σχολείου «ανήκει στο δη¬μόσιο, δεν είναι δικό μας». Την ίδια αστοργία δείχνουμε στα δικαστή¬ρια, στα άλλα δημόσια, γραφεία, ακόμη και στους πάγκους του πάρκου ή στις δημόσιες κρήνες, σε ό,τι τέλος πάντων είναι κρατική περιουσία. Μόλις αντιληφθούμε ότι κάτι τι ανήκει ή με κάποιο τρόπο βρίσκεται στην κυριότητα αυτής της απρόσωπης δύναμης, αν δεν μπορούμε να το οικειοποιηθούμε, με ευχαρίστηση το φθείρουμε. Με την ίδια ευκολία προσπαθούμε ν' αποφεύγουμε τις υποχρεώσεις μας προς το Κρότος ή να καταστρατηγούμε τους νόμους του. Είναι ο «άλλος», όχι ο εαυτός μας. Και τον ξεγελούμε ή σηκώνουμε το όπλο εναντίον τον, χωρίς να κατα¬λαβαίνουμε ότι κατά βάθος τον εαυτό μας απατούμε ή πληγώνουμε.
Και από τις παρατηρήσεις του αυτές ο πολύπειρος άνθρωπος έβγα¬ζε το συμπέρασμα ότι ίσως οι Έλληνες να μην είναι οργανικό, ικανοί να ποτιστούν από την ιδέα τον Κράτους. Ότι πιθανόν μέσα στην ίδια τη φυ¬σική τους υφή να υπάρχει κάποια τάση αναρχισμού...
Έχει αρκετά διαδοθεί αυτή η αντίληψη και συχνά ακούγεται. Ωστό¬σο μου φαίνεται πολύ παρακινδυνευμένη και άδικη στην απαισιοδοξία της. Δεν αμφισβητώ τα γεγονότα όπου στηρίζεται καθώς περισσότερα είναι δυστυχώς πραγματικά, είτε μας αρέσουν είτε όχι. Αλλά την ερμηνεία που δίνεται σ' αυτά τα γεγονότα.
Ότι δεν πονούμε, ή ότι δεν πονούμε αρκετά την Πολιτεία σαν κάτι εντελώς δικό μας, είναι βέβαιο. Από αναρχισμό όμως π/ν αντιθέτους προς τα αισθήματα και τα συμφέροντά μας ή από άλλους λόγους: Και πώς είναι δυ¬νατόν αυτός ο δήθεν αναρχισμός να θεωρηθεί έμφυτη ιδιότητα ριζωμένη μέσα. στη δική μας φυλή; Μπορεί ο Έλληνας να είναι περισσότερο από άλ¬λους λαούς ατομιστής, να μην πειθαρχεί τόσο εύκολα στο συλλογικό σώ¬μα και πνεύμα της ομάδας. Αλλ 'από το σημείο τούτο ως το σημείο να τον πούμε από τη φύση του αναρχικό, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Ορθό¬τερη φαίνεται μια άλλη εξήγηση. Ότι αυτή η αδιαφορία ή η λανθάνουσα εχθρότητα προς το Κράτος και τις λειτουργίες του είναι αποτέλεσμα ιστο¬ρικών αιτίων και μιας κακοδαιμονίας που ατυχώς διαιωνίζεται. Ας μη λησμονούμε ότι επί μακρά χρόνια και κατά διαστήματα δεν υπήρχε γι' αυτόν εδώ τον πολυβασανισμένο λαό σύμπτωση Πολιτείας και Έθνους. Η κρα¬τική εξουσία στις διάφορες περιόδους της δουλείας δεν ήταν μονάχα ξένη αλλά και εχθρική προς την εθνική μας υπόσταση. Και επομένως γενε¬ές γενεών, για να βεβαιώσουν την εθνική τους ιδιοτυπία, τη ξεχωριστή τους ύπαρξη, ήταν αναγκασμένες να μισούν, να απατούν και να πολεμούν τα όργανα και τις λειτουργίες που στα μάτια τους εκπροσωπούσαν το Κρά¬τος και σάρκωναν την ιδέα της Πολιτείας. Το κρυφό μίσος με τα ψυχικά, επακόλουθα του είναι πολύ πιο επικίνδυνο από τη φανερή αντίθεση, τον ανοιχτό πόλεμο. Συμπνιγόμενο από το φόβο τρέφεται από την κατάστασή του και αφήνει στα σκοτεινά στρώματα της ψυχής λασπερα κατακάθια που δεν εξαλείφονται. Ακόμη κι όταν λευτερωθεί από το ζυγό, δεν μπορεί εύ¬κολα ένας λαός να αγαπήσει την Πολιτεία με τους περιορισμούς της, έστω και αν είναι τώρα δική του, αφού ως προχτές ακόμη το Κράτος ήταν η θέ¬ληση και η βία του δυνάστη του.
Κατά ένα παράδοξο μάλιστα μηχανισμό, που μας τον εξηγεί σήμε¬ρα η Ψυχολογία, όταν ένας πολίτης με τέτοιες υποσυνείδητες κακώσεις από αρχόμενος γίνεται άρχων. παίρνει τις διαθέσεις και τους τρόπους που ο ίδιος πρώτο, μισούσε. Παίζει δηλαδή το ρόλο του ειδώλου που ως τώρα το φοβόταν και το αντιπαθούσε, γιατί έτσι νομίζει πως μπορεί να λευτερωθεί από τον εφιάλτη του. Ίσως γι' αυτό το λόγο συμβαίνει, όποιος παίρνει και μια παραμικρή ακόμη εξουσία στην Ελλάδα, να με¬ταβάλλεται αμέσους σε σατράπη...
Για να εξηγήσουμε όμως το φαινόμενο που εξετάζουμε, πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ένα λόγο πολύ σοβαρό. Όταν λευτερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό αυτή η μικρή ελληνική γωνιά, η Πολιτεία μας δεν θεμελιώθηκε ούτε αναπτύχθηκε οργανικά απάνω σε κάποιες αυτόχθονες μορφές οργάνωσης και διοίκησης, βγαλμένες από τις δικές μας ψυχο¬λογικές και άλλες ανάγκες και από την ιστορική κίνηση της ζωής του Έθνους, αλλά μας επιβλήθηκε απέξω από ξένους και με ξένους που φυ¬σικά δε νοιάστηκαν να εξετάσουν αν το φόρεμα τούτο ήταν κομμένο στο μέτρα μας, ούτε προσπάθησαν να το ταιριάσουν κάπως απάνω στο δι¬κό μας κορμί. Έτσι εφαρμόστηκαν κι εξακολουθούν να εφαρμόζονται πειραματικά στη χώρο. μας διοικητικοί και πολιτικοί θεσμοί που δεν μί¬λησαν ποτέ βαθιά στην ψυχή του λαού μας, ούτε ίσως ανταποκρίνονται εντελώς στις πραγματικές του ανάγκες.
Είναι γνωστές οι μελέτες του Κώστα Καραβίδα για την κοινοτική οργάνωση. Μπορεί να μη συμμερίζεται κανείς την αισιοδοξία και την πίστη του ότι και τώρα είναι δυνατόν να γίνει εκείνο που δεν έγινε άλ¬λοτε, στην ώρα του τη φυσιολογική. Ωρισμένως όμως θα αναγνωρίσει ότι θα ήταν πολύ διαφορετική, τελειότερη, η κρατική μας οργάνωση και πολύ στενός, οργανι¬κά συνεκτικός, ο δεσμός του πολίτη με την Πο¬λιτεία στον τόπο μας, αν αυτό το θαυμαστό κύτταρο, η κοινότητα, που δημιουργήθηκε με το αίμα του λαού μας οπό πανάρχαια χρόνια και λειτούργησε τόσο λαμπρά στους χρόνους της δουλείας, αφηνόταν να αναπτυχθεί φυ¬σιολογικά σε ένα γενικότερο, πλούσια διακλαδωμένο και πυργωτά διαρθρωμένο διοι¬κητικό σύστημα. Τα ξενοφερμένα καθεστώτα σκότωσαν το κύτταρο τούτο και μας επέβαλαν θεσμούς και τύπους, μέσο, στους οποίους μάταια ως τώρα προσπαθούμε να βρούμε τον εαυτό μας. Βάλετε μαζί μ ' αυτές τις αιτίες την κακοδιοίκηση που είναι ενδημικό κακό στον τόπο μας, τη διαφθορά της πολιτικής μας ηγεσίας που τα ανομήματά της πλήρωσαν ακόμη και με το αίμα τους οι λίγες φωτεινές μορφές της νεότερης ιστορίας μας, προσθέσετε τέλος και τη βαθύτερη κρίση που περνάει εδώ και κάμποσα χρόνια η έννοια του Κράτους μέσα στις φοβερές αντινομίες της ζωής όλων των σημερινών λαώνκαι θα εξηγήσετε γιατί οι βασανισμένοι άνθρωποι αυτού του τό¬που, του πολυπατημενού από ξένους κάθε λογής, δεν αισθάνονται ακό¬μη εντελώς δικό τους το Κράτος. Ας μην τους καταλογίζουμε αναρχισμό, αφού η μοίρα τους έγραφε να μην είναι νοικοκυραίοι στο σπίτι τους και να μην αφήνονται ήσυχοι να φτιάσουν με τη δική τους ζωή και μέσ' από τη δική τους ιστορία τους κοινωνικούς των θεσμούς.

22 Ιουλίου 1948
(Ε.Π. Παπανούτσος, Εφήμερα-Επίκαιρα-Ανεπίκαιρα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980, σ. 160-63)