Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Αληθινή ευημερία


Ένας πολύ πλούσιος κύριος, ζήτησε από τον δάσκαλο Σεγκάγια να γράψει μια ευχή για να συνεχιστεί η ευημερία της οικογένειάς του από γενιά σε γενιά.
Ο Σεγκάγια πήρε μια κόλα και έγραψε: "Πέθανε ο πατέρας, πέθανε ο γιος, πέθανε ο εγγονός".
- Εγώ σου ζήτησα να γράφεις κάτι για την ευτυχία της οικογένειας μου. Γιατί αστειεύτηκες με τόσο αγενή τρόπο;
- Δεν είχα καμιά πρόθεση να αστειευτώ, εξήγησε ο Σεγκάγια, εάν ο γιος σου πέθαινε νωρίτερα από σένα, αυτό θα προκαλούσε μεγάλο πόνο σ' εσένα. Εάν ο εγγονός σου πέθαινε νωρίτερα από τον γιο σου, αυτό θα γκρέμιζε όλες τις ελπίδες και του γιου σου και τις δικές σου. Εάν στην οικογένειά σου από γενιά σε γενιά πεθαίνουν με τη σειρά που έγραψα, αυτό θα είναι η φυσική πορεία της ζωής. Εγώ την ονομάζω αληθινή ευημερία.*

Η Θλίψη και η Οργή


Σ’ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν...
Σ' ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά...
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό... μια πανέμορφη λίμνη.
Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς...
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ' το νερό...
Αλλά η οργή είναι τυφλή — ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας απ' το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε...
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης...
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και —χωρίς καμία βιασύνη— ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν στα¬ματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η Θλίψη.

Η πόλη των πηγαδιών


Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.
Σ' εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά... αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).
Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια τα¬πεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ' άκρη σ' άκρη.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό όν που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός.
Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτ' άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους...
Ένα απ' αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητα του διευρύνοντας το χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα. Όλα τα πηγάδια
δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειας τους για να επεκταθούν και ν' αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όρια τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητα του...
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητα του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, άλλα βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενο του...
Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει...
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος... βρή¬κε νερό!
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξη του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματα του, πι¬τσιλώντας το στόμιο του και, τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτ' άλλο πέρα από τη βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω απ' το πηγάδι, αναζωογονη¬μένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που με¬τατράπηκαν αργότερα σε δέντρα...
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν: «το Περιβόλι».
Όλοι το ρωτούσαν πώς είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
«Δεν είναι κανένα θαύμα» απαντούσε το Περιβόλι. «Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό, προς τα μέσα.»
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συ¬νειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν. Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα...
Στην άλλη άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει...
Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει...
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό...
Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό...
«Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό;» το ρωτού¬σαν.
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί» απαντούσε. «Αλλά, προς το παρόν, όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω.»
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη.
Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δύο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο...
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα, γέμιζε το βάθος του άλλου.
Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι' αυτά μια καινούργια ζωή.
Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτηση τους, τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.
Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξης τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν...

Η κάμπια

Η κάμπια
Κολλημένη πάνω σ’ ένα φύλλο η κάμπια με ενδιαφέρων κοιτούσε τα έντομα που τραγουδούσανε, έτρεχαν, πηδούσανε, πετούσανε…. Όλα γύρο της ήταν σε κίνηση. Μόνο αυτή η καημένη δεν μπορούσε ούτε να βγάζει κάποιο ήχο, ούτε να τρέχει, ούτε να πετάξει. Με πολλές δυσκολίες μπορούσε μόνο να σέρνεται. Και ως που να μετακινηθεί από ένα φύλλο στο άλλο, της φαινόταν σαν να έκανε τον γύρο του κόσμου.
Παρ’ όλ’ αυτά δεν παραπονιόταν, δεν ζήλευε κανέναν κατανοώντας πως ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που μπορεί. Γνώριζε ότι ως κάμπια πρέπει να μάθει να υφαίνει πολύ λεπτά μεταξένια νήματα, για να πλέκει μ’ αυτά το σπιτάκι-κουκούλι της.
Χωρίς πολλές κουβέντες η κάμπια άρχισε με υπομονή και επιμέλεια να εκτελεί το έργο της και την κατάλληλη προθεσμία ήταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα στο θερμό κουκούλι.
– Και μετά τι; Ρώτησε η κάμπια αποκομμένη μέσα στο κουκούλι της από τον υπόλοιπο κόσμο.
– Όλα έχουν τη σειρά τους, άκουσε την απάντηση, να έχεις υπομονή και θα δεις.
Ήρθε ο χρόνος και η κάμπια ξύπνησε και ανακάλυψε πως τώρα δεν είναι εκείνη η δυσκίνητη κάμπια. Γρήγορα και με επιδεξιότητα βγήκε από το κουκούλι και με έκπληξη αντιλήφθηκε πως έχει δυο ελαφρά και φανταχτερά φτερά. Με χαρά και ενθουσιασμό εκείνη κούνησε τα φτερά της και σαν πούπουλο τινάχτηκε στον αέρα και πέταξε και σε λίγο διαλύθηκε μέσα στην γαλάζια αχλή.
Είχε υπομονή…
Λ. ντα Βίντσι*

Το πεινασμένο καφτάνι

Το πεινασμένο καφτάνι
Ο σοφός μουλάς φόρεσε το σεμνό καθημερινό καφτάνι του και πήγε σε μια δεξίωση που έκανε ένας πλούσιος και γνωστός έμπορος. Ο μουλάς βρέθηκε ανάμεσα σε λαμπερές ενδυμασίες από το μετάξι και βελούδο. Με περιφρόνηση οι επισκέπτες κοιτούσαν την φτωχή του φορεσιά. Τον μουλά επίτηδες δεν τον κοιτούσαν, έκαναν περιφρονητικούς μορφασμούς και τον έσπρωχναν μακριά από το τραπέζι γεμάτο απ’ τα καλύτερα φαγητά.
Τότε ο μουλάς πήγε στο σπίτι του και φόρεσε το πλούσιο χρυσοκεντημένο καφτάνι του και γύρισε στη δεξίωση γεμάτος αξιοπρέπεια σαν χαλίφης. Όλοι η καλεσμένοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν την εύνοιά του, ο καθένας ήθελε ν’ ακούσει το σοφό του λόγο. Απ’ όλες τις πλευρές του πρότειναν τα καλύτερα κομμάτια των φαγητών, αλλά ο μουλάς αντί να τα φάει τα έβαζε στα φαρδιά μανίκια του καφτανιού. Σοκαρισμένοι και περίεργοι οι καλεσμένοι τον ρωτούσαν:
– Τι κάνετε αξιότιμε; Γιατί βάζετε τα φαγητά στα μανίκια σας;
Ενώ ο μουλάς συνέχιζε να γεμίζει τα μανίκια του με φαγητά και ήρεμα απάντησε:
– Είμαι δίκαιος άνθρωπος. Η φιλοξενία σας δεν αφορά εμένα, αλλά το καφτάνι. Γι’ αυτό πρέπει να πάρει αυτά που αξίζει*.