Κλικ στις επιλεγμένες λέξεις για να δείτε τον χάρτη
Ο Ιάπωνας αρχιτέκτονας Hajime Narukawa έδωσε στη δημοσιότητα ένα δυο διαστάσεων παγκόσμιο χάρτη που απεικονίζει πιο ρεαλιστικά από ποτέ τον πλανήτη μας. Ο ορθογώνιος χάρτης προέκυψε μετά από διαίρεση του πλανήτη σε 96 ίσες τριγωνικές περιοχές, μεταφέροντας την απεικόνιση σε ένα μεγάλο τετράεδρο, διατηρώντας την ίδια ώρα τις αναλογίες των μεγεθών ηπείρων και κρατών.
Στόχος του, η καλύτερη οπτικοποίηση των πραγματικών μεγεθών των κρατών του πλανήτη μας.
Η επαναστατική νέα σχεδίαση καταρρίπτει τη στεροτυπική χαρτογράφηση που ίσχυε μέχρι σήμερα, η οποία “μεγάλωνε” την Αμερική και μίκραινε άλλες περιοχές.
Πρόκειται για μια οπτική που “ξενίζει” μιας και δεν την έχει συνηθίσει το μάτι μας. Όπως θα δείτε, η Αφρική στην πραγματικότητα είναι 14 φορές μεγαλύτερη από τη Γροιλανδία, η οποία παλαιότερα παρουσιαζόταν στο ίδιο μέγεθος με την αφρικανική ήπειρο.
Επίσης στην πραγματικότητα, η Βραζιλία είναι σχεδόν 5 φορές μεγαλύτερη από την Αλάσκα, αλλά στο χάρτη η Αλάσκα εμφανίζεται μεγαλύτερη.
Επίσης ο παραδοσιακός χάρτης δείχνει ότι οι Σκανδιναβικές χώρες είναι μεγαλύτερες από την Ινδία, αλλά στην πραγματικότητα η Ινδία είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από τις Σκανδιναβικές χώρες μαζί. Όλα αυτά ίσχυαν στα όσα τουλάχιστον βλέπαμε, για 447 ολόκληρα χρόνια!
Η Αφρική είναι η τρίτη σε έκταση ήπειρος της γης. Με έκταση 31.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην τροπική ζώνη. Είναι η ήπειρος των μεγάλων ερήμων, των τροπικών χωρών και της μαύρης φυλής. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε τα τελευταία 25 χρόνια και έχει φτάσει σήμερα τα 555 εκατομμύρια κατοίκους. Αποτελείται από 1000 περίπου εθνικές ομάδες που έχουν διαφορετική γλώσσα, θρησκεία, διαφορετικά ήθη και έθιμα και διαφορετικό πολιτισμό. Το 80% περίπου των κατοίκων της ανήκουν στη μαύρη φυλή.
Η κατανομή του πληθυσμού παρουσιάζει μεγάλη ανισότητα. Ορισμένες περιοχές είναι πολύ πυκνοκατοικημένες, ενώ άλλες είναι πολύ αραιοκατοικημένες. Από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές είναι η Μεσογειακή παράλια ζώνη, μεγάλο μέρος των κρατών της Δυτικής Αφρικής, οι περιοχές των Μεγάλων Λιμνών και οι ορεινές περιοχές της Ανατολικής Αφρικής, ενώ η Σαχάρα, η Καλαχάρι και τα πυκνά δάση του Κονγκό είναι αραιοκατοικημένες περιοχές, πολλές χωρίς καν μόνιμο πληθυσμό.
Οι βασικές μονάδες της αφρικανικής κοινωνίας ήταν -και είναι ακόμη κατά ένα μεγάλο ποσοστό_ οι εθνικές ομάδες: φυλές οι λαοί που ανέρχονται σε 3.000 περίπου. Οι περισσότερες δεν είναι πολιτικά ή οικονομικά ανεξάρτητες κοινωνικές μονάδες, αλλά μάλλον ομάδες με κοινή πολιτιστική παράδοση και συνείδηση, βασιζόμενη κυρίως στη γλώσσα και τη θρησκεία τους. Τα όρια μεταξύ τους δεν είναι συνήθως πολύ σαφώς καθορισμένα, έτσι η κατάταξη των λαών αυτών γίνεται με βάση τη γλώσσα τους και το γενικότερο πολιτιστικό τους πλαίσιο. Έχουν γίνει πολλές απόπειρες ταξινόμησης των πολιτιστικών περιοχών της Αφρικής. Οι γνωστότερες είναι των Αμερικανών ανθρωπολόγων Μέλβιλ Χέρσκοβιτς και η νεότερη του Μάρντοκ, βασισμένες σε διαφορετικά κριτήρια. Αν εξαιρέσουμε τη Βόρεια Αφρική, οι κυριότερες πολιτιστικές περιοχές είναι σε γενικές γραμμές η Δυτική, η Κεντροδυτική, η Ανατολική και η κεντρική και Νότια Αφρική.
Δυτική Αφρική: Περιλαμβάνει δύο κυρίως ζώνες, τη σαβάνα κατά μήκος της παραμεθόριας περιοχής της Σαχάρας και τη ζώνη των τροπικών δασών κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού (δυτικά). Οι περιοχές αυτές παράγουν διάφορα γεωργικά προϊόντα, ανάλογα με το έδαφος και το κλίμα τους. Υπάρχει επίσης ανεπτυγμένη κτηνοτροφία (βοοειδή, άλογα), εγχώρια βιοτεχνία (ιδίως επεξεργασία μετάλλων και βυρσοδεψία, ξυλογλυπτική, αγγειοπλαστική κλπ.) για εγχώρια κατανάλωση και εξωτερικό εμπόριο. Τα δάση και οι παραλιακές περιοχές έχουν πλούσια κοιτάσματα βωξίτη, διαμαντιών και χρυσού.
Κεντροδυτική Αφρική: Γεωγραφικά η Κεντροδυτική Αφρική μπορεί να θεωρηθεί ως μια προς Ανατολάς προέκταση της Δυτικής Αφρικής. Στα βόρεια βρίσκονται οι σαβάνες του Τσαντ, το Ουμπάνγκι και το Σουδάν, που απλώνονται ως τον Νείλο και στον Νότο η δασώδης περιοχή του Κονγκό. Περιλαμβάνει ένα μωσαϊκό εθνοτήτων. Άραβες στον Βορρά, Πυγμαίους στο Κονγκό και στην Γκαμπόν, πληθυσμούς που ομιλούν γλώσσες σουδανικές και Μπαντού στις νοτιότερες περιοχές. Η οικονομία βασίζεται κυρίως στη γεωργία.
Ανατολική Αφρική: Περιλαμβάνει πολλές οικολογικές και πολιτιστικές περιοχές. Στα βόρεια και τα ανατολικά είναι το αυχμηρό Σουδάν και η Σομαλία με τα Αιθιοπικά Υψίπεδα ανάμεσα τους. Στις κεντρικές περιοχές της βρίσκονται τα εύφορα εδάφη των Μεγάλων Λιμνών (Βικτωρίας, Αλβέρτου, Ταγκανίκα και Νυάσα) και οι ορεινές περιοχές των οροσειρών της Κένυα και του Κιλιμάντζαρο. Την υπόλοιπη έκταση καταλαμβάνει η σαβάνα με το βύθισμα της κοιλάδας του Μεγάλου Ριφτ, που εκτείνεται από Βορρά προς Νότο. Οι πυκνοκατοικημένες περιοχές είναι τα εύφορα υψίπεδα που παράγουν κυρίως βαμβάκι και καφέ. Ανεπτυγμένη είναι επίσης και η κτηνοτροφία.
Κεντρική και Νότια Αφρική: Η Κεντρική και Νότια Αφρική μπορεί να θεωρηθεί ως μια μεγάλη ενιαία πολιτισμική περιοχή. Αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από χλοερές και άνυδρες σαβάνες. Στα βορειοδυτικά βρίσκονται οι παρυφές των δασών του Κονγκό, το νοτιοδυτικό τμήμα είναι πολύ άνυδρο, ενώ τα παράλια της Νότιας Αφρικής και της Μοζαμβίκης είναι πιο εύφορα κι έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος κλίμα Μεσογειακό.
Η γλωσσολογική κατάταξη παρουσιάζει επίσης πολλές δυσκολίες. Αμφισβητείται ακόμη και ο ακριβής αριθμός των γλωσσών. Οπωσδήποτε είναι γνωστό ότι υπάρχουν 1.000 τουλάχιστον διαφορετικές γλώσσες. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη και ορθότερη κατάταξη του Αμερικάνου γλωσσολόγου Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ -που βασίζεται μάλλον στις αρχές της γλωσσολογικής ανάλυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών παρά σε γεωγραφικά, φυλετικά ή άλλα μη-γλωσσολογικά κριτήρια
οι κυριότερες οικογένειες των αφρικανικών γλωσσών είναι οι ακόλουθες: Η Νιγηρο-Κορντοφανιακή, η Νειλο-Σαχαρική, η Χαμιτο-Σημιτική, η Χόισαν και η Αυστρονησιακή (Μαλαιο-Πολυνησιακή). Υπάρχουν όμως και μερικές διαδεδομένες γλώσσες του εμπορίου και linguas francas που χρησιμοποιούνται ως κοινές γλώσσες, όπως η Αγγλική, η Γαλλική, η Αραβική και άλλες γλώσσες των πρώην αποικιακών δυνάμεων. Ανάμικτες κοινές γλώσσες είναι και η Σουαχίλι (που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην Ανατολική Αφρική) και διάφοροι τύποι της Κρίο και Πίτζιν (ανάμικτες γλώσσες, διαδεδομένες πολύ στην Δυτική Αφρική), οι Χάουσα και το Φουλάνι στις ζώνες της σαβάνας και η Φάναγκαλο (ή Φάνακαλο) στη Νότια Αφρική, η οποία είναι μίγμα Αγγλικής και τοπικών γλωσσών Μπαντού.
Οι περισσότερες αφρικανικές γλώσσες δεν διαθέτουν ιθαγενείς τύπους γραφής, μολονότι σήμερα οι κυβερνήσεις και οι ιεραποστολές τις έχουν αναγάγει σε γραπτές γλώσσες. Πολλές αφρικανικές γλώσσες (όπως η Σουαχίλι) γράφονται επί αιώνες με αραβική γραφή. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, με λαούς που επινόησαν οι ίδιοι τη γραφή τους.
Οι ντόπιες θρησκείες έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Όλες αναφέρονται σ' ένα Υπέρτατο Ον, τον Δημιουργό Θεό, πέρα από την ανθρώπινη νόηση, που ανάλογα με τις περιπτώσεις, έχει διαφορετική μορφή ή γένος (ανδρική ή γυναικεία υπόσταση ή πανταχού παρούσα ορατή μορφή). Οι πιο σημαντικές "πνευματικές" δυνάμεις συνδέονται συνήθως με αντικείμενα ή όντα με τα οποία οι άνθρωποι έρχονται σε καθημερινή επαφή ή τα γνωρίζουν από παλαιά. Έτσι, υπάρχουν πολλά είδη πνευμάτων του αέρα, της γης, των ποταμών κλπ. Αλλά και πρόγονοι που θεωρούνται ως ημίθεοι κια μυθικοί ήρωες, οι οποίοι οδήγησαν τους ανθρώπους στη χώρα που βρίσκονται τώρα και ίδρυσαν την κοινωνία όπως εμφανίζεται σήμερα.
Οι θρησκευτικοί λειτουργοί στις περισσότερες αφρικανικές κοινωνίες είναι ιερείς, οι πρεσβύτεροι εκπρόσωποι της γενιάς ή της φατρίας, βροχοποιοί, μάντεις, προφήτες και άλλοι, που είναι υπεύθυνοι για τη σωστή τέλεση των θρησκευτικών υποχρεώσεων και των τελετουργιών μόνο των μελών ή των κοινωνικών ομάδων των οποίων προΐστανται.
Κεντρικό στοιχείο κάθε ντόπιας αφρικανικής θρησκείας είναι η κοσμολογία της -όπου αναφέρονται οι απαρχές της φυλής και οι πρώτες μεταναστεύσεις της και εξηγούνται τα βασικά ιδεολογικά προβλήματα κάθε πολιτισμού, όπως γιατί υπάρχει θάνατος, η φύση της κοινωνίας, η σχέση ανδρών και γυναικών, ζωντανών και νεκρών κλπ. Οι κοινωνικές αξίες εκφράζονται τυπικά στους μύθους, τους θρύλους, στις λαϊκές παραδόσεις και στα αινίγματα, που συχνά κρύβουν κοινωνιολογικά και ιστορικά νοήματα, τα οποία δεν διακρίνει εύκολα ο ξένος.
Στο παρελθόν ήταν πολύ διαδεδομένη η πίστη στη μαγεία, που εξηγούσε ή συγκρατούσε τις κακοτυχίες των ανθρώπων. Σήμερα, αν και η πίστη στη μαγεία έχει κάπως υποχωρήσει, εξακολουθεί να ασκεί σημαντική επιρροή τόσο στην ύπαιθρο όσο και στις αστικές περιοχές.
Η Αφρική είναι βασικά γεωργική ήπειρος και η γεωργία αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων για πολλές χώρες. Παρ' όλα αυτά η γεωργία εξακολουθεί να γίνεται στις πιο πολλές χώρες με εντελώς πρωτόγονο τρόπο. Από τον κανόνα αυτό ξεφεύγουν, σε μεγάλο βαθμό, μερικές από τις μεσογειακές χώρες, καθώς και οι χώρες της νότιας Αφρικής, που έχουν αναπτύξει σημαντικά μερικούς κλάδους της βιομηχανίας.
Βασικά γεωργικά προϊόντα είναι το σιτάρι, που καλλιεργείται μόνο στις χώρες τις μεσογειακές, το καλαμπόκι, που καλλιεργείται εκτός από τις μεσογειακές χώρες και στη Νοτιοαφρικανική Δημοκρατία, το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, η κασάβα από την οποία στην Αφρική παράγεται το 43% της παγκόσμιας παραγωγής, χουρμάδες (το 44% της παγκόσμιας παραγωγής), κόκκος (το 78% της παγκόσμιας παραγωγής), αράπικα φιστίκια (το 29% της παγκόσμιας παραγωγής), το κακάο (το 67% της παγκόσμιας παραγωγής), μπαμπάκι, καουτσούκ, και πολλά άλλα προϊόντα.
Η γεωργία της Αφρικής παρουσιάζει μερικές ιδιομορφίες, που ήρθαν σαν αποτέλεσμα της μακροχρόνιας κατοχής των εδαφών της από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες. Η γεωργία έχει αναπτυχθεί μόνο γύρω από μερικές ζώνες, κυρίως γύρω από τα ποτάμια που μπορούσαν να αποτελέσουν και τους δρόμους επικοινωνίας, ενώ το υπόλοιπο της ηπείρου είναι σχεδόν τελείως ακαλλιέργητο.
Ακόμη, οι Ευρωπαίοι δεν ενδιαφέρθηκαν να αναπτύξουν τη γεωργία στην Αφρική. Δημιούργησαν τις λεγόμενες μονοκαλλιέργειες, που σημαίνει ότι σε εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργούν μόνο ένα είδος φυτού. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν η Νιγηρία και η Σενεγάλη με τα φιστίκια, όπου είναι σχεδόν το μοναδικό προϊόν της χώρας, ακόμη η Γκάνα και η Ακτή του Ελεφαντόδοντου, που η μοναδική τους καλλιέργεια είναι ο καφές. Οι μονοκαλλιέργειες αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα να μη μπορούν να αναπτυχθούν τα νέα Αφρικανικά κράτη με τον τρόπο και το ρυθμό που θα ήθελαν. Αρκεί να αναφερθεί μόνο το γεγονός ότι, αν μια χρονιά, για οποιονδήποτε λόγο, πάθει η παραγωγή τους κάποια καταστροφή, οι χώρες αυτές χάνουν τελείως το εισόδημα που έχουν και απειλούνται από πλήρη αφανισμό.
Το γεγονός αυτό αποχτά ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι σε πολλές αφρικανικές χώρες με τη γεωργία ασχολούνται πάνω από το 70% του πληθυσμού, ενώ σε μερικές χώρες το ποσοστό αυτό φτάνει και το 85%.
Το υπέδαφος της Αφρικής είναι πολύ πλούσιο και έχει όλων των ειδών τα μεταλλεύματα. Στις βόρειες περιοχές της Αφρικής και συγκεκριμένα στις χώρες γύρω από τη Σαχάρα υπάρχουν τεράστια αποθέματα πετρελαίου. Στο νότο, αντίθετα, βγαίνει το 98% της παγκόσμιας παραγωγής διαμαντιών και το 77% της παγκόσμιας παραγωγής του χρυσού. Από την άποψη αυτή κανονικά η αφρικανική ήπειρος θα έπρεπε να είναι η πιο πλούσια στον κόσμο.
Η παραγωγή κοβαλτίου στη Δημοκρατία του Κογκό, στο Μαρόκο και στη Ζάμπια φτάνει το 75% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ το χρώμιο, που βγαίνει στη Ροδεσία και στη Νότιο Αφρική αντιπροσωπεύει το 55% της παγκόσμιας παραγωγής.
Ανάμεσα στα άλλα ορυκτά αξίζει να αναφερθούν τα φωσφορούχα άλατα που δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν. Στο σημείο αυτό αρκεί να αναφέρουμε ότι η Αφρική, παρόλη την τεράστια παραγωγή φωσφορικών αλάτων από τα οποία παράγονται φωσφορικά λιπάσματα, είναι στην τελευταία θέση από τις άλλες ηπείρους στη χρησιμοποίηση των λιπασμάτων αυτών.
Παράγονται ακόμη σε μεγάλες ποσότητες μαγγάνιο, χαλκός, βωξίτης, μόλυβδος, ψευδάργυρος, βανάδιο, κασσίτερος, μαρμαρυγίας, γραφίτης, σίδηρος, τιτάνιο και αμίαντο.
Το μόνο που δεν υπάρχει στην Αφρική είναι το κάρβουνο. Την έλλειψη αυτή την αναπληρώνει και με το παραπάνω η παρουσία του πετρελαίου. Ακόμη στις ενεργειακές πηγές της ηπείρου θα πρέπει να αναφερθούν και οι τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης της υδροηλεκτρικής ενέργειας, παρ' όλες τις ιδιομορφίες που παρουσιάζει η μορφολογία του εδάφους της Αφρικής. Έτσι, παρ' όλο ότι η Αφρική έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα από τα πιο πολύτιμα προϊόντα του υπεδάφους, είναι πάρα πολύ καθυστερημένη οικονομικά χώρα με μερικές ίσως εξαιρέσεις που παρουσιάζουν ορισμένες χώρες. Αλλά και αυτές οι εξαιρέσεις έρχονται να τονίσουν τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες χώρες.
Ανάλογη με την οικονομική ανάπτυξη είναι και η συγκοινωνία. Το σιδηροδρομικό δίκτυο φτάνει τις 88.000 χιλιόμετρα, από τα οποία όμως μόνο τα 12.500 χιλιόμετρα έχουν κανονικό φάρδος, ενώ τα υπόλοιπα είναι στενά. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι κυρίως μακρινών αποστάσεων, δηλ. δε διακλαδίζεται στο εσωτερικό των χωρών.
Το οδικό δίκτυο φτάνει τα 1.500.000 χιλιόμετρα από τα οποία μόνο τα 100.000 είναι ασφαλτοστρωμένα και αυτά είναι συγκεντρωμένα κυρίως σε μερικές περιοχές του νότου και της δύσης.
Σημερινά Αφρικανικά κράτη
Το μοναδικό κράτος που είχε παραμείνει σαν ανεξάρτητο ήταν η Λιβερία και αυτό γιατί πολλοί από τους μεγάλους τότε εφοπλιστές ήθελαν να δημιουργήσουν ένα κράτος στη σημαία του οποίου θα ναυτολογούσαν τα καράβια τους και δε θα πλήρωναν καθόλου φόρο. (Το καθεστώς αυτό εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και σήμερα με αποτέλεσμα η Λιβερία να είναι μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις στον κόσμο).
Ανεξάρτητη ακόμη ήταν και η Αβησσυνία. Μετά το τέλος του δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου σαν ανεξάρτητα κράτη ήταν, εκτός από τα δυο παραπάνω που αναφέρθηκαν η Αίγυπτος και η Λιβύη. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να δημιουργούνται συνεχώς καινούρια κράτη. Σήμερα ελάχιστα μέρη της Αφρικής βρίσκονται κάτω από ξένη κυριαρχία.
Όταν παραπάνω αναφέρθηκε ότι στην Αφρική δημιουργήθηκαν καινούρια κράτη, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή. Κανένα από τα κράτη αυτά δεν υπήρχε πριν. Συνήθως το κάθε κράτος, που έχει δημιουργηθεί, αντιπροσωπεύει και μια βασική φυλή και μερικές πιο μικρές. Μερικές όμως από τις μεγάλες φυλές της Αφρικής δεν αποτελούν ένα κράτος, αλλά τελείως τεχνητά έχουν μοιραστεί ανάμεσα σε μερικά κράτη. Το αποτέλεσμα είναι ότι στο ένα κράτος η φυλή είναι πλειοψηφία στο άλλο είναι μειοψηφία.
Αυτό προκαλεί πάντα μεγάλες φυλετικές αναταραχές με αποτέλεσμα κάθε τόσο να ξεσπούν άγριοι τοπικοί πόλεμοι, που καταστρέφουν την αδύνατη οικονομία των χωρών αυτών. Απόδειξη αποτελεί το παλιό Βελγικό Κογκό, η σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που ύστερα από πολλούς και άγριους εμφύλιους πολέμους, σήμερα διοικείται από μια μεταβατική κυβέρνηση.
Παρόλα αυτά τα νέα Αφρικανικά κράτη αρχίζουν μέσα από χίλιες δυο δυσκολίες που κληρονόμησαν από την πολύχρονη αποικιοκρατία, να βρίσκουν αργά και βασανιστικά το δικό τους δρόμο ανάπτυξης. Έτσι, σήμερα, στην Αφρική είναι δυνατό να συναντήσει κανείς κράτη που έχουν ακόμη καθαρά φεουδαρχική οικονομία και διάρθρωση, ενώ άλλα ακολουθούν καθαρό σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης.
Δε λείπουν φυσικά και οι χώρες εκείνες που βρίσκονται κάτω από μια νέα μορφή αποικιοκρατίας, τη νεοαποικιοκρατία, όπως ονομάζεται, που σημαίνει ότι, ενώ είναι φαινομενικά ελεύθερα, στην ουσία εξαρτώνται άμεσα, τόσο οικονομικά, όσο και πολιτικά, από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Γενικά, όμως, τα κράτη της Αφρικής ανήκουν στο χώρο των αδέσμευτων κρατών. Κάθε χρόνο τα κράτη αυτά αποκτούν όλο και μεγαλύτερη πολιτική δύναμη και κάνουν την παρουσία τους όλο και πιο αισθητή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σήμερα, στον Ο.Η.Ε., τα Αφρικανικά κράτη αποτελούν τεράστια δύναμη και κανένα σχεδόν ψήφισμα δεν είναι δυνατό να παρθεί, αν δεν το υποστηρίξουν το Αφρικανικά κράτη. Ιδιαίτερα αποφασιστική ήταν η συμπαράσταση στον Ο.Η.Ε. των Αφρικανικών κρατών στο θέμα της Κύπρου και στην αποφασιστική καταδίκη της Τουρκίας για την επέμβασή της και την κατάληψη μεγάλου μέρους του νησιού.
Αφού φτάσατε μέχρι το τέλος απολαύστε τα παρακάτω τραγούδια, γιατί διάβασμα χωρίς μουσική δεν γίνεται.
Όσο το μάτι απομακρύνεται από το γαλάζιο της Αδριατικής, πέρα από τις πόλεις-λιμάνια του Μπάρι και του Μπρίντεζι, κυριαρχεί το καταπράσινο (ακόμη και το Δεκέμβριο) «χαλί» της σαλεντίνικης υπαίθρου. Ελαιόδεντρα, αμπέλια, αμυγδαλιές και πορτοκαλαιώνες «φωνάζουν» ότι βρισκόμαστε σε μεσογειακή γη. Τα χωριά (οι Ιταλοί θεωρούν ως χωριά αστικά κέντρα έως και 35.000 κατοίκων) διαδέχονται το ένα το άλλο, διασκορπισμένα στην περιοχή της Απουλίας (Puglia).
Καθώς προχωρούμε όλο και βαθύτερα στην περιοχή του Σαλέντο, οι περίφημοι τρούλοι (trulli) κάνουν την εμφάνισή τους δεξιά και αριστερά του δρόμου. Τα οικήματα -η προέλευση των οποίων ανάγεται κάπου στον 16ο αι.- είναι σχεδόν τετράγωνα ή ορθογώνια, με τοίχους πάχους από 80 εκατ. έως 2,70 μ., ενώ η στέγη έχει πέτρινη κωνική μορφή, με σύμβολα ζωγραφισμένα με κιμωλία στις στέγες. Το αξιοσημείωτο είναι ότι για την όλη κατασκευή δεν έχει χρησιμοποιηθεί λάσπη, κονίαμα ή οποιοδήποτε άλλο συνδετικό υλικό.
Ο μεγαλύτερος αριθμός τρούλων (1.000 περίπου) βρίσκονται στο Αλμπερομπέλο (Alberobello). Η ονομασία προέρχεται μάλλον επειδή η περιοχή της Απουλίας απέκρουε συχνά επιδρομές επίδοξων κατακτητών, κυρίως Τούρκων, και ήταν κατάφυτη με δέντρα. Έτσι, το όνομα προέκυψε από το λατινικό Sylva Arboris Belli, το «Δάσος με τα Δέντρα του Πολέμου».
Σήμερα, αρκετοί από τους τρούλους φιλοξενούν τουριστικά καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα, όπως κρασί, λάδι, χειροποίητα ζυμαρικά, αμυγδαλωτά και κεντήματα. Η ιταλική κυβέρνηση έχει από το 1930 ανακηρύξει το Aλμπερομπέλο ως Εθνικό Μνημείο, ενώ από το 1996 η πόλη συμπεριλαμβάνεται στα Μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Παιρνώντας το Μπρίντεζι και το Λέτσε, ο δρόμος οδηγεί στο Κοριλιάνο ντ' Οτραντο (Corigliano d'Otranto), μια από τις εννέα ελληνόφωνες κωμοπόλεις στην επαρχία της Απουλίας στην Κάτω Ιταλία, που συγκροτούν την Γκρετσία Σαλεντίνα (Grecia Salentina). Η πόλη ιδρύθηκε από τους Βυζαντινούς τον 6ο αιώνα και σήμερα αριθμεί 5.000 κατοίκους. Μάλιστα, ήταν από τα τελευταία προπύργια της Ορθοδοξίας (μέχρι και τον 17ο αι.).
Κοντά στο Κοριλιάνο από τον 10ο αι. υπήρχε το μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, το οποίο υπήρξε κέντρο μεγάλης ανάπτυξης μέχρι τον 15ο αι. και εκεί διδάσκονταν αρχαία Ελληνικά και Λατινικά, ενώ αποτελούσε και μέρος αναπαραγωγής αρχαίων συγγραμμάτων από τους μοναχούς.
Τα σημαντικότερα μνημεία του Κοριλιάνο ντ' Οτραντο είναι το Παλάτι Κόμι και το Παρεκκλήσιο της Κυρίας των Αγγέλων του 15ου αι. Κορυφαίο δείγμα της τοπικής αρχιτεκτονικής αποτελεί το Κάστρο του Κοριλιάνο (Castello de monti), όπου το 1480 αντιμετωπίστηκε επίθεση των Τούρκων. Το Κάστρο χτίστηκε το 1465, σε τετραγωνισμένο σχέδιο, με στρογγυλούς πύργους στις τέσσερις γωνίες του. Η πρόσοψή του, που ανακαινίστηκε το 1667, διακοσμείται από ανθρώπινες και ανθρωπόμορφες φιγούρες, που συμβολίζουν είτε διάφορα σημαντικά πρόσωπα της εποχής είτε μερικές από τις αρετές των ανθρώπων.
Οι υπόλοιπες κωμοπόλεις / χωριά της Γκρετσία Σαλεντίνα είναι η Sternatia, το Martignano, η Calimera, το Soleto, το Zollino, το Martano, το Castrignano dei Greci και το Melpignano.
Οι Ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας ανέρχονται σε 40.000 περίπου (5.000 στην Καλαβρία και 35.00 στο Σαλέντο). Οι δύο περιοχές απέχουν μεταξύ τους γύρω στα 600 χλμ., έχουν πολύ μικρή επαφή και σχεδόν καθόλου πολιτιστικές και εμπορικές συναλλαγές. Πριν 100 χρόνια, οι περισσότεροι δεν ήξεραν καθόλου Ιταλικά και αριθμούσαν περίπου 200.000.
Τα μέλη της ελληνόφωνης μειονότητας, οι λεγόμενοι Γκρεκάνοι, βοηθούμενοι και από τη φυσική, λόγω της ορεινής διαμόρφωσης του τοπίου, απομόνωση των χωριών τους, διατηρούν μέχρι σήμερα τις παραδόσεις, τους θρύλους, τις μουσικές και τα τραγούδια τους, και προστατεύονται από το ιταλικό σύνταγμα. Τα δε «γκρεκάνικα», μια γλώσσα που αποτελεί στην ουσία διασταύρωση της αρχαίας δωρικής διαλέκτου με τη βυζαντινή «κοινή», κυριαρχούσαν στη νότια Καλαβρία μέχρι και το 15ο αι. Οι Ελληνόφωνοι ονομάζουν τους εαυτούς τους Griko. Το ιδίωμά τους λέγεται Grecanico στην Καλαβρία και Griko στην Απουλία, ενώ γράφουν τις ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες.
Τον 19ο αι. το ελληνικό ιδίωμα συνέχιζε να χρησιμοποιείται από το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, ιδιαίτερα από τους αγρότες, παρ' ότι ήταν και είναι γλώσσα που μεταδιδόταν και μεταδίδεται μόνο με την προφορική παράδοση. Το καθεστώς του Μουσολίνι ανέκοψε με σειρά απαγορεύσεων την εκμάθηση της ελληνικής και οι κάτοικοι των χωριών αυτών, πιεζόμενοι και από άλλους παράγοντες, έπαυσαν να μιλούν τη γλώσσα των πατέρων τους. Αλλά και το Griko θεωρείτο ως η κατ' εξοχήν γλώσσα των φτωχών, των βοσκών, των γεωργών ή των αγραμμάτων και όσοι νόμιζαν ότι έγιναν πλούσιοι ή μορφώθηκαν, δεν τη μιλούσαν για να μη τους θεωρήσουν οι άλλοι καθυστερημένους και τους κακοχαρακτηρίσουν.
Η ποίηση, η μουσική και κάθε είδος έκφρασης των Σαλεντίνων είναι ένας άκρατος και αστείρευτος λυρισμός. Η κλίση προς την ποιητική έκφραση του λόγου παραμένει μέχρι σήμερα σύμφυτη στην ιδιοσυγκρασία των Ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας. Η έντεχνη ποίηση είναι αξιοθαύμαστη για το υψηλό επίπεδο τέχνης του λόγου, ενώ η λαϊκή ποίηση, χωρίς να στερείται αισθητικής ποιότητας, παρουσιάζει περισσότερο ιστορικό και λαογραφικό ενδιαφέρον, καθώς και γενικότερα από άποψη κοινωνικής ανθρωπολογίας. Εκτός της γλώσσας, η γλυκιά και νοσταλγική μουσική του Σαλέντο φαίνεται απλή και αρμονική. Οι ήχοι της σε γαληνεύουν, σε χαροποιούν και οι επαναστατικά χαρμόσυνοι ήχοι της Ταραντέλας ενθουσιάζουν μέχρι παραληρήματος ή παροξυσμού. Ο ρυθμός των τραγουδιών μπορεί να είναι γρήγορος και εορταστικός, αλλά μελωδικά αργός και κατανυκτικός.
Πριν από εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια η Ελληνική γη ήταν σκεπασμένη από θάλασσα. Η γεωλογική μορφή της άλλαξε πολλές φορές μέχρι σήμερα και θα αλλάζει συνεχώς και στο μέλλον, ακολουθώντας τον νόμο της αδιάκοπης μεταβολής, "ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ" του Ηράκλειτου.Ο Βυθός της θάλασσας, που σκέπαζε ολόκληρη την ελληνική περιοχή, από το Ιόνιο Πέλαγος μέχρι την Μικρά Ασία, παρουσίαζε τότε μία παράξενη μορφολογική εικόνα. Αυτή ακριβώς η εικόνα, το ανάγλυφο του βυθού, υπήρξε η προϋπόθεση για την δημιουργία της σημερινής Ελληνικής χερσονήσου με τις υψηλές κεντρικές της οροσειρές. . Στη θέση του ορεινού όγκου της Πίνδου υπήρχε μία βαθιά υποθαλάσσια τάφρος, η "αύλαξ της Πίνδου" . Δυτικότερα εκτεινόταν μία δεύτερη, η "Ιόνια αύλαξ". Ένα υψηλό τοίχωμα , το ""ύψωμα του Γαβρώνου"" χώριζε τις δύο τάφρους.Πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια , στις αρχές τις Κρητιδικής περιόδου, μία γιγάντια ανοδική ορογενετική κίνηση ανύψωσε πάνω από τα κύματα την λεγόμενη Πελαγονική οροσειρά., μία στενή ζώνη ξηράς που περιλαμβάνει την βορειότερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την Ανατολική Θεσσαλία και την Βόρειο Εύβοια. Προέκταση της οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγόμενη "Αττικοκυκλαδική μάζα": η Αττική, η νότιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων. Πριν από 35 εκατομμύρια χρόνια , όταν η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις στα έγκατα της Ελληνικής γης. Ύστερα από μία πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου.Είναι η ίδια εποχή που δημιουργούνται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης , οι Άλπεις , τα Πυρηναία , τα Ιμαλάια και οι Αλπικές πτυχώσεις.Εκατομμύρια χρόνια περνούν. Ύστερα από την τάφρο της Πίνδου γεμίζει και η "Ιόνιος Αύλαξ" από τα προϊόντα της γεωλογικής αναταραχής και των αποσαθρώσεων των οροσειρών του Γαβρόβου.Στην αρχή του Μειόκαινου μία άλλη τεκτονική αναστάτωση πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό, για να προβάλει πάνω από το νερό το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής Ελλάδος. Έτσι αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας η Αιγαιΐς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς που ακάλυπτε περίπου τον σημερινό Ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο ως την Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης.Ο Καταποντισμός τής ΑιγιαλίδοςΟι γεωλογικές ανακατατάξεις δεν σταμάτησαν με τον σχηματισμό της Αιγηίδος. Θα ακολουθήσει μία νέα περίοδος μεταμορφώσεων στην γεωλογική ιστορία του ελληνικού χώρου, μία πολυσήμαντη φάση που κράτησε και αυτή μερικά εκατομμύρια χρόνια.Σ' αυτή την περίοδο αρχίζει ο κατακερματισμός του χερσαίου όγκου της Αιγηίδος, η προέλαση της Μεσογείου προς τα ενδότερα της χώρας και ο καταποντισμός μεγάλων τμημάτων της.Η Αιγηίς δεν αποτελούσε φυσικά, μία μονότονη μάζα ξηράς. Υπήρχαν, πριν από 18 περίπου εκατομμύρια χρόνια κατά το μέσο Μειόκαινο, υψηλές οροσειρές, αλλά και βυθίσματα και εσωτερικές λίμνες.Μία μεγάλη λίμνη σκέπαζε τον χώρο της κεντρικής Θεσσαλίας (Θεσσαλία = θέσις άλατος), τις βόρειες Σποράδες και την βορειοανατολική Εύβοια. Άλλες λίμνες υπήρχαν ανατολικά της Σκύρου και νοτιότερα μεταξύ Άνδρου και Χίου.Η θάλασσα προχωρούσε αργά αλλά σταθερά προς το εσωτερικό. Εξ' αιτίας των τεκτονικών ρηγμάτων η Μεσόγειος είχε διεισδύσει στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου. Το νότιο και ανατολικό τμήμα της Κρήτης βρισκόταν τότε κάτω από τα νερά. Θάλασσα ήταν η Κέρκυρα και οι δυτικές ακτές της Ηπείρου μαζί με την Λευκάδα και το δυτικό τμήμα της Κεφαλληνίας και της Ζακύνθου.Περνούν έξι ακόμα εκατομμύρια χρόνια και η διείσδυση της Μεσογείου στην ενδοχώρα της Αιγηίδος συνεχίζεται. Στις αρχές του Πλειόκαινου, πριν από 12 περίπου εκατομμύρια χρόνια, χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου από την στεριά και εξέχουν σαν βραχοκορφές επάνω σε μία θάλασσα που σκεπάζει το δυτικό τμήμα της Ήλιδος, την δυτική Αχαΐα ως την Πάτρα, την πεδιάδα της Αχαΐας και τον Λακωνικό κόλπο. Αργότερα διαμορφώνονται από την διάβρωση οι κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Δια μέσου αυτών των κοιλάδων τα νερά της Ποντιοκασπίας και της Προποντίδος θα περάσουν σε έναν μεγάλο κεντρικό ποταμό της Αιγηίδος (Αιγαίος ποταμός) που συγκέντρωνε τις ροές των παραποτάμων του, Αξιού, Στρυμόνος, Έβρου κλπ.Στο τέλος του Πλειόκαινου, πριν από δύο περίπου εκατομμύρια χρόνια, ένας κλάδος της Μεσογείου προωθείται από τα ανατολικά της Κρήτης προς την Προποντίδα. Ένας άλλος θαλάσσιος βραχίων εισορμά στον χώρο μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου (στον χώρο περίπου του σημερινού Μυρτώου Πελάγους), φτάνει ως τα περίχωρα των Αθηνών και διαμέσου του νοτίου τμήματος της Αττικής και της Εύβοιας προελαύνει προς τις βόρειες Σποράδες και τον Θερμαϊκό.Αυτές οι μετακινήσεις των υδάτων της Μεσογείου ήταν η αρχή του σχηματισμού του Αιγαίου Πελάγους. Η Εποχή τών λιμνώνΚατά το Πλειόκαινο, πριν από 12 έως 2 εκατομμύρια χρόνια περίπου, δημιουργούνται στα βυθίσματα της Αιγηίδος μεγάλες λίμνες. Η μεγαλύτερη σχηματίζεται στο σημερινό Κρητικό Πέλαγος, βορειότερα της Κρήτης. Μικρότερες λίμνες αναφαίνονται στα βόρεια και στα ανατολικά των Σποράδων ή ανατολικά της Εύβοιας.Από τις λίμνες αυτές, όσες δεν είχαν στερεά προχώματα πλημμύριζαν από θαλάσσιο νερό, με αποτέλεσμα να γίνονται υφάλμυρες. Ήταν λίμνες ασταθείς όπως η Κορινθιακή, των Μεγάρων, του Αργολικού κόλπου και της Ήλιδος.Αντιθέτως οι εσωτερικές λίμνες και εκείνες που είχαν ανθεκτικά προχώματα προς την θάλασσα, θα διατηρήσουν τα γλυκά νερά επί μακρότατο χρονικό διάστημα. ""Ενδοχωρικές"" λίμνες αυτού του τύπου ήταν η κοιλάδα του Ευρώτα, οι πεδιάδες της Μεγαλοπόλεως, της Λοκρίδος και ολόκληρη η Θεσσαλία πριν από την διάνοιξη της χαράδρας των Τεμπών.Εν τω μεταξύ, οι γεωλογικές αναστατώσεις συνεχίζονται. Η Αιγηίς κατακερματίζεται, αλλού καταποντίζεται Πολλά τμήματα βυθίζονται και άλλα ανυψώνονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα νερά της Μεσογείου εισχωρούν στην λίμνη του Κορινθιακού από το στενό Ρίου-Αντιρρίου και σχηματίζουν τον σημερινό κόλπο. Υψώνεται ο ισθμός της Κορίνθου, καταβυθίζεται η βόρεια πλευρά του Κορινθιακού και προβάλουν οι απότομες ακτές της Βοιωτίας και της Φωκίδος. Αναδύονται από την θάλασσα οι βόρειες περιοχές της Πελοποννήσου, καταποντίζονται οι ακτές της Αργολικής χερσονήσου και αποχωρίζεται η Αίγινα από την στεριά. Στο Ιόνιο υποχωρεί η θάλασσα, μεγαλώνουν τα νησιά και γίνονται στεριά οι περιοχές της Ήλιδος, της Μεσσηνίας και της Λακωνίας.Στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος μία μεγάλη λίμνη σχηματίζεται μεταξύ Εύβοιας και Μικρά Ασίας. Μέσα σε αυτή την λίμνη ξεχωρίζουν η Σκύρος και η Λέσβος.Έτσι κατά το τέλος αυτής της εποχής (του Πλειόκαινου), έχει στις γενικές γραμμές της οριστικοποιηθεί η σημερινή ανάγλυφη όψη και η μορφολογία της Ελληνικής γης.Η τελική διαμόρφωση της ελληνικής γης ολοκληρώθηκε κατά το Πλειστόκαινο. Σ' αυτή την εποχή που κράτησε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (από 2 εκατομμύρια π.Χ. μέχρι το 10.000 π.Χ.), σημειώνονται νέες γεωλογικές μεταμορφώσεις και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, μικρής σχετικά κλίμακας, με ανόδους και καθόδους της στάθμης των θαλασσών και έντονες κλιματολογικές διακυμάνσεις ψυχρών ή θερμών εποχών. Είναι η εποχή των παγετώνων.Κατά το πλειστόκαινο εξαφανίζονται εντελώς μερικές εσωτερικές λίμνες : της Μεγαλουπόλεως, του Ευρώτα, της Στερεάς Ελλάδος και της Θεσσαλίας. Αντιθέτως, ενοποιούνται οι λίμνες την περιοχή μεταξύ Κυκλάδων και βορείου Αιγαίου. Ωστόσο η νέα λίμνη δεν επικοινωνεί ακόμα με το Κρητικό Πέλαγος.Αλλεπάλληλες καταβυθίσεις σημειώνονται στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος. Η θάλασσα εισχωρεί στην αρχή από το στενό μεταξύ Κυθήρων και Κρήτης και ύστερα από το ευρύτερο βύθισμα μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου και το ρήγμα μεταξύ Καφηρέως - Άνδρου. Προελαύνει προς τα Β.Α. και κατακλύζει τις κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, ακόμα και την λεκάνη του Ευξείνου. Η βόρεια και η νότια λεκάνη του Αιγαίου έχουν σχηματιστεί. Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο λεκάνες εκτεινόταν μία υποθαλάσσια οροσειρά. Οι κορυφές των βουνών της σχημάτισαν τα πολυάριθμα νησιά των Κυκλάδων.Με την σταθεροποίηση των μαζών της ξηράς ο ελληνικός χώρος έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί. Ωστόσο η στάθμη της θάλασσας παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις που επηρεάζουν την ακτογραφία. Σε μία παγετώδη περίοδο μεγάλου ψύχους το Αιγαίο και το Ιόνιο έχασαν τεράστιους υδάτινους όγκους και η στάθμη της θάλασσας κατέβαινε από 100 έως 200 μέτρα.Οι συνέπειες αυτής της μεταβολής της στάθμης ήταν σημαντικές : σχεδόν όλες οι Κυκλάδες έβγαιναν σαν ενιαία μάζα ξηράς (Αιγαίο Βουνό) επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η Κρήτη και η Πελοπόννησος επικοινωνούσαν ίσως με γέφυρα ξηράς δια μέσου Κυθήρων και των Αντικυθήρων.Οι βόρειες Σποράδες είχαν ενωθεί με την Θεσσαλία. Ο Θερμαϊκός μόλις υπήρχε και η Θάσος ήταν ενωμένη με την στεριά. Το ίδιο και η Χίος. Δεν υπήρχε ακόμα Παγασητικός, ούτε Ευβοϊκός ή Αμβρακικός. Η Κέρκυρα ήταν ενωμένη με την Ήπειρο και η Εύβοια με την Αττική.Καθώς κυλούν οι χιλιετίες, η μορφολογία της ξηράς ακολουθεί και αυτή την εξελικτική της πορεία. Η αποσάθρωση των ορεινών όγκων από τα νερά της βροχής και τον άνεμο, οι μεταβολές της θερμοκρασίας και της υγρασίας αλλάζουν το ανάγλυφο του τόπου. Χαμηλώνουν οι οροσειρές και τα υλικά των αποσαθρώσεων μεταφέρονται από τα ποτάμια και τους χείμαρρους στην θάλασσα ή σε κλειστές λεκάνες και πεδιάδες όπως της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας.Με την διαδικασία αυτή σχηματίζονται τα εύφορα εδάφη που θα αποτελέσουν τις εστίες για την συγκέντρωση των πρώτων ανθρωπίνων ομάδων στον Ελληνικό χώρο. Με τον τρόπο αυτό σχηματίστηκαν ο πηλός, η άργιλος, η άμμος, τα κροκαλοπαγή πετρώματα, ο ψαμμίτης, η γνώριμη ερυθρογή (κοκκινόχωμα) και πολλά ιζηματογενή πετρώματα.Αλλά στην τελική διαμόρφωση του ελληνικού χώρου θα συμβάλουν επίσης οι σεισμοί και η δράση των ηφαιστείων. Η Ελλάς και η Ιταλία είναι οι μόνες Μεσογειακές χώρες που έχουν ηφαίστεια, κυρίως στις ακτές τους ή στα νησιά. Σ' αυτές τις περιοχές ο φλοιός της γης ήταν ευπαθής, εξ' αιτίας των ρηγμάτων που προκάλεσαν οι τεκτονικές αναστατώσεις, με αποτέλεσμα την ώθηση στην επιφάνια μάγματος από τα έγκατά της γης.Τα σπουδαιότερα Ελληνικά ηφαίστεια Αιγίνης, Μεθάνων, Πόρου, Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, Φολεγάνδρου, Θήρας, Νισύρου και Κω, σχηματίζουν ένα ηφαιστειακό τόξο που εκτείνεται στα νότια κράσπεδα μιας καταποντισμένης ξηράς. Τα βαθιά ρήγματα στο βόρειο Αιγαίο δημιούργησαν τα ηφαίστεια της Τρωάδος, της Μυτιλήνης, ίσως και της Χίου, που βρίσκονται στον ίδιο ηφαιστειακό άξονα.Τέλος τα ηφαίστεια του Οξυλίθου (Κύμης), της Λήμνου, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης και των Φερρών της Θράκης σχηματίζουν ένα άλλο τόξο, παράλληλο προς το ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου.Όλα αυτά τα ηφαίστεια υπήρξαν εργαστήρια κατασκευής πολυτίμων ορυκτών πρώτων υλών, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος από την Προϊστορία.Το σπουδαιότερο από ιστορική άποψη ηφαίστειο της Ελλάδος και ίσως το πιο ενδιαφέρον ηφαιστειακό κέντρο του κόσμου είναι το ηφαίστειο της Θήρας (Σαντορίνης).Η σημερινή μορφή του νησιού είναι αποτέλεσμα γεωλογικών μεταβολών που άρχισαν πολύ πρώιμα. Ύστερα από τον κατακερματισμό της Αιγηίδος και τον καταποντισμό μεγάλων τμημάτων ξηράς, στην θέση της Θήρας απέμεινε μία βραχονησίδα που αντιστοιχούσε περίπου στην περιοχή του βουνού Προφήτης Ηλίας και του Πύργου.Η παλαιότερη ηφαιστειακή δράση σ' αυτή την νησίδα τοποθετείται στην περίοδο που αρχίζει πριν από 26 εκατομμύρια χρόνια περίπου και τελειώνει πριν από 13 εκατομμύρια χρόνια. Τα υλικά των εκρήξεων των ηφαιστειακών κέντρων της Θήρας, των Περιστεριών, του Σημαντηρίου, του Σκάρου και της Θηρασίας σχημάτισαν ένα νέο νησί, την Στρογγυλή. Μπορούμε να την φανταστούμε σαν ένα μεγαλόπρεπο ηφαιστειακό κώνο ύψους χιλίων μέτρων, με επιβλητικό κρατήρα στην κορυφή και μικρότερους στα πλευρά. Λάβα τιναζόταν κατά διαστήματα από τους κρατήρες και κυλούσε σαν πύρινο ποτάμι προς την θάλασσα.Πριν από 25 χιλιάδες χρόνια περίπου, προς το τέλος δηλαδή του Πλειστόκαινου, σημειώνεται η πρώτη μεγάλη έκρηξη που μπορούμε να ανιχνεύσουμε επιστημονικά από τα ηφαιστειακά υλικά που έχουν κατασταλάξει στον βυθό της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Ακολούθησαν και άλλες καταστρεπτικές εκρήξεις, ώσπου το 1500 π.Χ. περίπου το νησί ανατινάχθηκε σχεδόν ολόκληρο και η ηφαιστειακή τέφρα έφτασε ως την Κρήτη και την Σικελία.
Το 1929 μια ομάδα ιστορικών ανακάλυψε ένα εκπληκτικό χάρτη αποτυπωμένο σε δέρμα γαζέλας. Η έρευνα έδειξε ότι ο χάρτης είχε σχεδιαστεί το 1513 από τον Piri Reis, γνωστό ναύαρχο του Οθωμανικού στόλου του 16ου αιώνα. Το πάθος του ήταν η χαρτογραφία και ο βαθμός του επέτρεπε την πρόσβαση στα αρχεία της Αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης της Κωνσταντινούπολης. Σε μια σειρά σημειώσεων πάνω στο χάρτη ο Reis παραδέχεται ότι το σχεδίασε χρησιμοποιώντας στοιχεία από παλαιότερους χάρτες, μερικοί εκ των οποίων ήταν του 4ου αιώνα πΧ και παλαιότεροι.
Τα ερωτηματικά Ο χάρτης του Piri Reis δείχνει τη δυτική ακτή της Αφρικής, την Ανατολική ακτή της Νοτίου Αμερικής και τη βόρεια ακτή της Ανταρκτικής, η οποία είναι αποτυπωμένη με εξαιρετική ακρίβεια. Το πιο περίεργο δεν είναι το πώς ο Piri Reis κατόρθωσε να απεικονίσει την περιοχή της Ανταρκτικής 300 χρόνια πριν την ανακάλυψή της, αλλά το ότι ο χάρτης παρουσιάζει την ακτογραμμή κάτω από τους πάγους. Τα υπάρχοντα γεωλογικά δεδομένα δείχνουν ότι η πιο πρόσφατη χρονολογία που η Γη της Βασίλισσας Maud ήταν ελεύθερη από πάγους, είναι το 4.000 πΧ. Η επίσημη επιστήμη ισχυριζόταν πώς το στρώμα πάγου που καλύπτει την Ανταρκτική έχει ηλικία εκατομμυρίων ετών. Ο χάρτης του Piri Reis αποτελεί απόδειξη πώς το βόρειο τμήμα της ηπείρου είχε χαρτογραφηθεί πριν καλυφθεί με πάγο. Αυτό θα σήμαινε πώς η χαρτογράφηση αυτή θα πρέπει να είχε γίνει εκατομμύρια χρόνια πριν, προτού ακόμα εμφανισθεί ο άνθρωπος στη γη. Νεώτερες και πιο ακριβείς έρευνες και μελέτες έδειξαν πώς η τελευταία περίοδος κατά την οποία δεν υπήρχε στρώμα πάγου στην Ανταρκτική έληξε περίπου 6.000 πριν. Υπάρχουν ακόμα αμφιβολίες για το πότε ξεκίνησε αυτή η περίοδος καθώς διάφοροι ερευνητές τοποθετούν την αρχή της ανάμεσα στο 13.000 και 9.000 πΧ. Η εύλογη ερώτηση είναι: Ποιος χαρτογράφησε τη Γη της Βασίλισσας Maud της Ανταρκτικής, 6.000 χρόνια πρίν; Ποιος άγνωστος πολιτισμός είχε την τεχνολογία ή την ανάγκη να το κάνει; Σύμφωνα με την παραδοσιακή ιστορία ο πρώτος πολιτισμός αναπτύχθηκε στη Μέση Ανατολή, περίπου το 3.000 πΧ. ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν οι πολιτισμοί στην κοιλάδα του Ινδού και στην Κίνα. Άρα κανένας από αυτούς τους πολιτισμούς δε θα μπορούσε να έχει καταγράψει τα συγκεκριμένα στοιχεία. Ποιος όμως ήταν σε θέση, 4.000πΧ, να κάνει κάτι που είναι δυνατό μόνο σήμερα, με τις τεχνολογίες του 20ου αιώνα; Κατά το Μεσαίωνα οι ναυτικοί χρησιμοποιούσαν χάρτες ναυσιπλοΐας, τους ονομαζόμενους «πορτολάνους», οι οποίοι ήταν αρκετά ακριβείς χάρτες των πιο γνωστών θαλασσίων οδών, των λιμανιών, ακτών, στενών, κόλπων κλπ. Οι περισσότεροι από τους πορτολάνους είχαν ως αντικείμενό τους τη Μεσόγειο και άλλες γνωστές θάλασσες της εποχής, όπως και το βιβλίο ναυσιπλοΐας που είχε γράψει ο ίδιος ο Piri Reis. Υπήρχαν όμως και μερικοί που παρουσίαζαν άγνωστες περιοχές και κυκλοφορούσαν μόνο μεταξύ λίγων ναυτικών οι οποίοι φρόντιζαν να κρατούν επιμελώς κρυφές τις γνώσεις τους για αυτούς τους χάρτες και τις περιοχές που απεικόνιζαν. Λέγεται πώς ο Κολόμβος ήταν ένας από εκείνους που είχαν γνώση αυτών των πορτολάνων. Για να σχεδιάσει αυτό το χάρτη ο Piri Reis χρησιμοποίησε πολλές πηγές και πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωσε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Στις χειρόγραφες σημειώσεις του στο περιθώριο του χάρτη, δίνει μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο δούλεψε για να τον φτιάξει. Αναφέρει πώς δεν είναι υπεύθυνος για την πρωτογενή χαρτογράφηση. Αυτό που έκανε ήταν να συνθέσει τις πληροφορίες από ένα μεγάλο αριθμό άλλων χαρτών. Μερικοί από αυτούς τους χάρτες προέρχονταν από σύγχρονούς του ναυτικούς, ενώ άλλοι ήταν ακόμη και του 4ου αιώνα πΧ και προγενέστεροι. Ο Dr. Charles Hapgood, στο βιβλίο του Maps of the Ancient Sea Kings (Turnstone books, London 1979, πρόλογος), αναφέρει: «… Φαίνεται πώς ακριβείς πληροφορίες είχαν περάσει από λαό σε λαό. Η αρχική προέλευση των αρχαίων χαρτών που μελέτησε ο Reis είναι άγνωστη. Πιθανότατα, μετά το λαό που τους συνέταξε πέρασαν στους Αρχαίους Κρήτες και του Φοίνικες, οι οποίοι ήταν, για περίπου χίλια χρόνια, οι σπουδαιότεροι ναυτικοί του αρχαίου κόσμου. Υπάρχουν αποδείξεις ότι οι χάρτες είχαν συγκεντρωθεί και αποτελούσαν αντικείμενο μελέτης στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και συνδυασμοί και συνθέσεις τους είχαν παραχθεί από χαρτογράφους που εργαζόντουσαν εκεί. Οι χάρτες αυτοί, από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας διαδόθηκαν και σε άλλα κέντρα μελέτης και έρευνας της αρχαιότητας, μεταξύ των οποίων και η Κωνσταντινούπολη, καθώς αναπαρήχθησαν σε αντίτυπα και διαφορετικές εκδόσεις. Όταν το 1204 οι Βενετοί μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά την άλωσή της από τους Σταυροφόρους, οι χάρτες άρχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ των Ευρωπαίων ναυτικών και κάποια στιγμή, κάποιοι από αυτούς, περιήλθαν στην κατοχή του Piri Reis. Οι περισσότεροι από αυτούς τους χάρτες, συνεχίζει ο Hapgood, αφορούσαν τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Όμως διασώθηκαν και χάρτες άλλων περιοχών, όπως της Αμερικής, του Αρκτικού Ωκεανού και της Ανταρκτικής. Είναι προφανές ότι οι αρχαίοι ταξιδιώτες είχαν διαπλεύσει τη γη από το Βόρειο Πόλο μέχρι την Ανταρκτική. Επίσης, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, εξερεύνησαν τις ακτές της Ανταρκτικής όταν δεν υπήρχε εκεί το παχύ στρώμα πάγου. Χωρίς αμφιβολία είχαν κατάλληλα και επαρκή όργανα ναυσιπλοΐας για τον ακριβή προσδιορισμό γεωγραφικών συντεταγμένων, πολύ ανώτερα όσων είχαν χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 2ο μισό του 18ου αιώνα. Αυτές οι αποδείξεις ανεπτυγμένης τεχνολογίας στο μακρινό παρελθόν έρχονται να προσδώσουν αξιοπιστία στις διάφορες υποθέσεις για την ύπαρξη ενός προηγμένου, άγνωστου πολιτισμού πριν την καταγεγραμμένη ιστορία. Οι μελετητές έχουν απορρίψει τις περισσότερες από αυτές τις θεωρίες λόγω της έλλειψης αποδείξεων, όμως εδώ υπάρχουν σαφείς ενδείξεις που δε μπορούν να αγνοηθούν. Στο φώς αυτών των δεδομένων ίσως είναι αναγκαία η επανεξέταση και όλων των άλλων ενδείξεων, με ανοικτό μυαλό και χωρίς προκαταλήψεις….» Το 1953, ένας αξιωματικός του Τουρκικού Ναυτικού, έστειλε το χάρτη του Piri Reis στο Γραφείο Υδρογραφικών Μελετών του Ναυτικού των ΗΠΑ. Ο αρχιμηχανικός του γραφείου M.I. Walters, ζήτησε τη βοήθεια του Arlington H. Mallery, αυθεντία στους αρχαίους χάρτες με τον οποίον το γραφείο είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν, για την αξιολόγηση του χάρτη. Μετά από αρκετή μελέτη ο Mallery προσδιόρισε τη μέθοδο που είχε χρησιμοποιηθεί για την απεικόνιση των δεδομένων. Για να ελέγξει την ακρίβεια του χάρτη μετέφερε τα δεδομένα του, με τη βοήθεια ενός πλέγματος συντεταγμένων, πάνω σε μια υδρόγειο: ο χάρτης ήταν απόλυτα ακριβής. Η άποψή του ήταν πώς ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να γίνει μια τόσο ακριβής χαρτογράφηση είναι μέσω αεροφωτογραφιών, όμως ποιος, 6.000 χρόνια πριν, μπορούσε να χρησιμοποιεί αεροσκάφη ή άλλες μεθόδους αεροφωτογράφησης; Το Υδρογραφικό Γραφείο δε μπορούσε να πιστέψει τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της μελέτης, κυρίως δε όταν μπόρεσε, με τη βοήθεια του χάρτη, να διορθώσει κάποια λάθη στους σύγχρονους χάρτες. Επιπλέον, η ακρίβεια στον προσδιορισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων δείχνει ότι όποιος σχεδίασε το χάρτη είχε τη γνώση χειρισμού σφαιροειδούς τριγωνομετρίας, μια διαδικασία η οποία ήταν άγνωστη μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Hapgood έστειλε τη συλλογή του με αρχαίους χάρτες, μεταξύ των οποίων και αυτός του Piri Reis στον Richard Strachan του Massachusetts Institute of Technology. Ήθελε να μάθει ποιο ακριβώς ήταν το απαιτούμενο επίπεδο μαθηματικών γνώσεων για το σχεδιασμό των αρχικών χαρτών. Ο Strachan απάντησε το 1965, λέγοντας ότι το επίπεδο θα έπρεπε να είναι πολύ υψηλό και συγκεκριμένα γνώσεις σφαιροειδούς τριγνωνομετρίας, καμπυλότητας της Γης, προβολικές μεθόδους. Ο τρόπος με τον οποίο ο χάρτης του Piri Reis απεικονίζει τη Γη της Βασίλισσας Maud, την ακτογραμμή της, τα ποτάμια, τα βουνά, τα οροπέδια, τους κόλπους και όλα τα άλλα μορφολογικά χαρακτηριστικά, επιβεβαιώθηκε από μία Σουηδό-Βρετανική αποστολή στην Ανταρκτική, όπως φαίνεται από την απαντητική επιστολή της αεροπορίας των ΗΠΑ σε μια αίτηση του καθηγητή Charles H. Hapgood του Keene College, για μια εκτίμηση του χάρτη του Piri Reis: 6 Ιουλίου 1960 Θέμα: Χάρτης του Ναυάρχου Piri Reis Προς: Καθ. Charles H. HapgoodKeene CollegeKeene, New Hampshire Αγαπητέ καθ. Hapgood, Μετά από τη σχετική σας αίτηση για τη μελέτη ορισμένων παράξενων χαρακτηριστικών του χάρτη του Pire Reis του 1513, η υπηρεσία μας προχώρησε στην επισκόπηση των σχετικών στοιχείων. Ο ισχυρισμός ότι το κάτω μέρος του χάρτη απεικονίζει την Ακτή της Πριγκίπισσας Martha στην περιοχή Γή της Βασίλισσας Maud της Ανταρκτικής, και τη χερσόνησο Palmer, είναι λογικός. Εκτιμούμε ότι πρόκειται για την πιο λογική και πιθανότατα σωστή ερμηνεία του χάρτη. Οι γεωγραφικές λεπτομέρειες που παρουσιάζονται στο κάτω μέρος του χάρτη συμπίπτουν εντυπωσιακά με τα αποτελέσματα του σεισμικού προφίλ που καταγράφηκε πάνω από το στρώμα πάγου από τη Σουηδό-Βρετανική αποστολή του 1949. Αυτό αποτελεί ένδειξη του ότι η ακτογραμμή χαρτογραφήθηκε πριν καλυφθεί από το στρώμα πάγου. Σήμερα το στρώμα αυτό έχει πάχος περίπου 1 μιλίου. Δε γνωρίζουμε με ποιο τρόπο τα δεδομένα του χάρτη μπορούν να συμβιβαστούν με το υποτιθέμενο επίπεδο γεωγραφικών γνώσεων το 1513. Harold Z. Ohlmeyer Αντισμήναρχος, USAF
Το 1953 ο Charles Hapggod, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Earth's shifting crust: a key to some basic problems of earth science», όπου ανέπτυσσε μια θεωρία για να εξηγήσει πώς η Ανταρκτική ήταν ελεύθερη από πάγους μέχρι το 4.000πΧ. Η περίληψη της θεωρίας έχει ως εξής: Ο λόγος που η Ανταρκτική ήταν ελεύθερη από πάγους και άρα αρκετά πιο θερμή, οφείλεται στο γεγονός ότι κάποτε δε βρισκόταν στο Νότιο Πόλο, αλλά περίπου 2.000 μίλια βορειότερα. Ο Hapgood λέει πώς αυτό θα την τοποθετούσε έξω από τον Ανταρκτικό κύκλο, σε μια περιοχή με ήπιο, προς το ψυχρό, κλίμα. Η αιτία της μετακίνησης της Ανταρκτικής δεν είναι άλλη από ένα μηχανισμό που αποκαλείται «μετατόπιση του φλοιού της Γης». Αυτός ο μηχανισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τις κινήσεις των τεκτονικών πλακών ή τις μετακινήσεις των ηπειρωτικών πλακών. Η λιθόσφαιρα, ο εξωτερικός φλοιός της Γης, μπορεί σε κάποιες περιόδους να εκτελέσει μετατοπίσεις ολισθαίνοντας πάνω στο εσωτερικό μαλακό σώμα, όπως «η φλούδα του πορτοκαλιού θα μπορούσε να γλιστρήσει πάνω στο εσωτερικό του καρπού εάν δεν ήταν προσκολλημένη σε αυτό» (C. Hapgood «Maps of the ancient sea-kings»). Ο Hapgood έστειλε τη θεωρία αυτή στον Einstein ο οποίος του απάντησε με πραγματικό ενθουσιασμό. Αν και οι γεωλόγοι δεν αποδέχθηκαν τη θεωρία το Hapgood, ο Einstein έγραψε: «Στην πολική περιοχή υπάρχει μια συνεχής απόθεση πάγου η οποία δεν είναι συμμετρικά κατανεμημένη γύρω από τον πόλο. Η περιστροφή της Γης επενεργώντας πάνω σε αυτή τη συμμετρικά κατανεμημένη μάζα δημιουργεί μια φυγόκεντρο ορμή η οποία μεταδίδεται στο στερεό φλοιό της Γης. Η συνεχώς αυξανόμενη φυγόκεντρος ορμή που παράγεται με αυτό τον τρόπο, όταν φτάσει μία συγκεκριμένη τιμή, παράγει μια κίνηση ολίσθησης του φλοιού πάνω στο κυρίως σώμα της Γης …. (Πρόλογος του Einstein στο βιβλίο του Hapgood «Earth's shifting crust» σελ.1). Πάντως είτε η θεωρία του Hapgood είναι σωστή είτε όχι, το μυστήριο του χάρτη εξακολουθεί να υφίσταται. Ο χάρτης του Piri Reis είναι κάτι που δε θα έπρεπε να υπάρχει. Δηλαδή, υποτίθεται πώς κανένας, τόσο παλιά, δε θα μπορούσε να έχει τα μέσα και τις δυνατότητες να σχεδιάσει ένα χάρτη τέτοιας λεπτομέρειας, και τέτοιας ακρίβειας στις γεωγραφικές συντεταγμένες. Το πρώτο όργανο που επέτρεπε τον υπολογισμό του γεωγραφικού μήκους με σχετική ακρίβεια, επινοήθηκε το 1761 από τον Άγγλο John Harrison. Παλιότερα δεν υπήρχε τρόπος ακριβούς προσδιορισμού του και τα σφάλματα υπολογισμού μπορεί να έφταναν κάποιες εκατοντάδες χιλιόμετρα. Ο χάρτης του Piri Reis είναι ένας από τους πολλούς που απεικονίζουν περιοχές άγνωστες την εποχή του σχεδιασμού τους, με εκπληκτική ακρίβεια και λεπτομέρεια. Άλλωστε και ο ίδιος ο Reis παραδέχεται πώς βασίστηκε σε παλαιότερους χάρτες οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως πηγές και ως βάση και από άλλους χαρτογράφους. Ο πορτολάνος του Dulcert, του 1339, παρουσιάζει τα γεωγραφικά πλάτη της Ευρώπης και της Βορείου Αφρικής και τα μήκη της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας με απόκλιση μισής μοίρας. Ο ακόμα πιο εντυπωσιακός χάρτης του Zeno, του 1380, απεικονίζει μια περιοχή στα βόρεια, μέχρι και τη Γροιλανδία. Η ακρίβειά του είναι εκπληκτική. «Είναι αδύνατο, λέει ο Hapgood, κάποιος το 14ο αιώνα, να υπολογίσει με ακρίβεια το γεωγραφικό πλάτος και μήκος αυτών των περιοχών. Άλλος ένας περίεργος χάρτης είναι αυτός του Τούρκου Hadji Ahmed, του 1559, ο οποίος δείχνει μια λωρίδα γης πλάτους περίπου 1.600 Km, η οποία ενώνει την Αλάσκα με τη Σιβηρία. Αυτή η φυσική γέφυρα καλύφθηκε από τον ωκεανό όταν ανέβηκε η στάθμη των νερών μετά το τέλος της εποχής των παγετώνων. Ο Oronteus Fineus ήταν ένας ακόμα χαρτογράφος που απεικόνισε, το 1532, την Ανταρκτική χωρίς το στρώμα πάγου. Υπάρχουν χάρτες που δείχνουν τη Γροιλανδία ως δύο ξεχωριστά νησιά, κάτι που επιβεβαιώθηκε από μια Γαλλική αποστολή η οποία ανακάλυψε ένα στρώμα πάγου αρκετά παχύ, το οποίο ενώνει τα δύο νησιά. Υπάρχουν λοιπόν πολλοί χάρτες των αρχαίων χρόνων που θα μπορούσε να πεί κανείς ότι καλύπτουν όλη τη γεωγραφία της Γης. Φαίνεται να είναι κομμάτια ενός πολύ παλιού παγκόσμιου χάρτη, σχεδιασμένου από κάποιο άγνωστο λαό ο οποίος είχε στη διάθεσή του τεχνολογία της σύγχρονης εποχής. Όταν οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ζούσαν υπό πρωτόγονες συνθήκες, κάποιος αποτύπωσε τη γεωγραφία ολόκληρου του πλανήτη, Αυτή η γνώση, με κάποιο τρόπο, κατακερματίστηκε και τα κομμάτια της κατέληξαν, μέσα από τους αιώνες, σε διάφορους ανθρώπους ως απλές παραστάσεις τις οποίες αντέγραψαν σε βιβλιοθήκες, λιμάνια αγορές και άλλα μέρη μελέτης και συνάθροισης των ταξιδιωτών ναυτικών. Μια ακόμα αποκάλυψη του Hapgood οδήγησε ακόμα πιο πέρα. Ανακάλυψε ένα χαρτογραφικό κείμενο του 1137, χαραγμένο σε μια στήλη, στην Κίνα, αντιγραφή από μια παλιότερη πηγή. Υποδήλωνε το ίδιο υψηλό επίπεδο τεχνολογίας με τους δυτικούς χάρτες και την ίδια χρήση της σφαιροειδούς τριγωνομετρίας. Έχει τόσα κοινά στοιχεία με τους δυτικούς χάρτες που είναι βέβαιο ότι προέρχεται από την ίδια αρχική πηγή με αυτούς. Θα μπορούσε να είναι ένας χαμένος πολιτισμός, κάπου στην αυγή της ιστορίας, μερικές χιλιάδες πριν;
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. 231982.Π. Θεσσαλονίκη κ. 140000 και κατ’ άλλους 175000. Έχει μεγαλοπρεπή κτίρια της Ελληνικής Κοινότητας, όπως το Ορφανοτροφείο Παπάφη, το Χαρίσειον Γηροκομείον κλπ. , 22 σχολεία αρρένων και θηλέων , όπου φοιτύν 4000 μαθητές και μαθήτριες, Γυμνάσιο και Διδασκαλείο.
ΚΑΤΕΡΊΝΗΣ κ. 30166. Π. Κατερίνα κ. 7400.
ΒΕΡΟΙΑΣ κ.. 41734.Π. Βέροια κ. 13812. Μια από τις κυριότερες πόλεις αυτής της επαρχίας, η Νάουσα έχει πληθυσμό 9680 κατοίκων, 3 νηματουργία, υφαντήριο και πολλούς αλευρόμυλους.
ΓΕΝΙΤΣΩΝ κ. 32997. Π. Γενιτσά κ. 7165. Αυτή η πόλη ήταν ιερή για τους μουσουλμάνους, διότι σ’ αυτήν βρίσκεται ο τάφος του στρατηγούΓαζή Αχμέτ Εβρενόζ , του πρώτου Τούρκου στρατηγού που πάτησε το πόδι του στη Μακεδονία.
ΕΔΕΣΣΗΣ ( ΒΟΔΕΝΩΝ ) κ. 68017. Π. Βοδενά κ. 8846. Στην επαρχία αυτήν υπάγεται η υποδιοίκηση Μογλενών με 35000 κατοίκους, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι Μωαμεθανοί. Π. αυτής είναι το Σούμποβων.
ΛΑΓΚΑΔΑ κ. 42038. Π. Λαγκαδάς κ. 2500.
ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ κ. 47636. Π. Πολύγυρος κ. 2500. Στην επαρχία αυτή υπάγεται το Άγιο Όρος .
ΚΟΖΑΝΗΣ κ. 33413. Π. Κοζάνη κ. 9400. Η πόλη είναι έδρα Μητροπολίτη, έχει άριστο Γυμνάσιο και πολλές σχολές , πλούσια βιβλιοθήκη, λαμπρό δικαστήριο, στρατιωτικό νοσοκομείο κλπ. Στην Κοζάνη δίδαξε ό μεγάλος διδάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρης. Η επαρχία αυτή περιλαμβάνει παραπάνω από 135 χωριά, τα περισσότερα τουρκικά.
ΚΑΪΛΑΡΙΟΥ κ. 40082. Π. Καίλάριον κ. 5600. Η κωμόπολη Βλάστη αυτής της επαρχίας με 4000 κατοίκους συντηρεί ένα μεγαλοπρεπές διδακτήριο, άριστα σχολεία και είναι η πατρίδα του Κωνσταντίνου Βέλιου , που από κληροδότημά του εκπαιδεύονται στην Αθήνα και αλλού πολλοί νέοι από την Μακεδονία.
ΣΕΡΒΙΩΝ κ. 19002. Π. Σέρβια κ. 3000. Στην επαρχία αυτή βρίσκονται τα στενά του Σαραντάπορου, τα οποία έγιναν γνωστά κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο.
ΕΛΑΣΣΟΝΟΣ κ. 31425. Π. Ελασσών κ. 1887. Η κωμόπολη Τσαρίστανη με 2700 κατοίκους έχει λαμπρές σχολές, στις οποίες φοιτούν 800 μαθητές προερχόμενοι από τα γύρω χωριά.
ΓΡΕΒΕΝΩΝ κ. 42347. ( Μουσουλμάνοι 4000 περίπου ). Π. Γρεβενά κ. 1750. Οι μουσουλμάνοι αυτής της επαρχίας δεν γνωρίζουν καθόλου τουρκικά, γιατί είναι Έλληνες οι οποίοι εξισλαμίστηκαν βίαια πριν από πολλά χρόνια. Η πόλη των Γρεβενών πριν από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο είχε υπερδιπλάσιους κατοίκους.
ΑΝΑΣΕΛΙΤΣΗΣ κ. 40012. Π. Σιάτιστα κ. 6774. Στην επαρχία αυτή υπάρχουν 6600Μουσουλμάνοι, οι περισσότεροι είναι ελληνικής καταγωγής και βίαια εξισλαμισθέντες και έχουν ως μητρική γλώσσα την ελληνική. Ονομάζονται Βαλλαάδες διότι στην ομιλία τους κάνουν κατάχρηση του μουσουλμανικού όρκου Βαλλαχί – μπαλαχί.
ΦΛΩΡΙΝΗΣ κ. 71775. Π. Φλώρινα κ. 10155.
ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ κ. 61228. Π. Καστορία κ. 5872. Η πόλη έχει άριστα σχολεία και σε όλοι την επαρχία υπάρχουν 96 περίπου σχολεία στα οποία φοιτούν 3700 μαθητές και μαθήτριες. Στην Καστοριά υπάρχουν 72 εκκλησίες , πολλές από τις οποίες είναι Βυζαντινές. Οι Οθωμανοί στην επαρχία αυτή μιλούν και γράφουν στα Ελληνικά. Στην πόλη υπάρχει άριστη βιομηχανία γουναρικών. Οι κάτοικοι των χωριών γύρω από την λίμνη Ορεστιάδα μεταβαίνουν στην πόλη της Καστοριάς με βάρκες.
ΣΕΡΡΩΝ κ. 49710. Π. Σέρραι κ. 18668. Πριν από τον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο αριθμούσε 32000 ψυχές, αλλά κατά την προσωρινή κατοχή της πόλης από τους Βούλγαρους οι μισοί περίπου κάτοικοι αναγκάστηκαν να φύγουν. Τα 3/5 των κατοίκων είναι Έλληνες και οι υπόλοιποι Μουσουλμάνοι , Βούλγαροι, Ιουδαίοι και αθίγγανοι. Στο Παγγαίο υπάρχουν μεταλλεία χρυσού, αργύρου, σιδήρου , μολύβδου και χαλκού. Στις Σέρρες υπάρχουν άριστα σχολεία, όπου φοιτούν 5000 μαθητές. Στην επαρχία αυτή ανήκει και η κωμόπολη Κάτω Τζουμαγιά με 4500 κατοίκους όπου διατηρεί μεγαλόπρεπη διδακτήρια.
ΝΙΓΡΙΤΗΣ κ. 26526. Π. Νιγρίτα κ. 4000. Κατά τη διάρκεια του ελληνοβουλγαρικού πολέμου οι περισσότερες κατοικίες πυρπολήθηκαν.
ΖΙΧΝΗΣ κ.25391. Π. Ζηλιάχοβα κ. 2075. Κυριότερη κωμόπολη ο Ροδολίβος με 4000 κατοίκους και λαμπρά σχολεία.
ΔΕΜΙΡ ΧΙΣΑΡ κ. 31524. Π. Δεμίρ Χισάρ κ. 3224. Στην επαρχία αυτή υπάρχουν πολλά βουλγαρόφωνα χωριά , αλλά τα ήθη, τα έθιμα, τα τραγούδια, τα παραμύθια, οι χορόι κλπ. των χωρικών αποδεικνύουν την ελληνική τους καταγωγή. Κατά την ομιλία τους χρησιμοποιούν και πολλές ελληνικές λέξεις και μάλιστα ομηρικές.
ΔΡΑΜΑΣ κ. 88920. Π. Δράμα κ. 19000. Πόλη όμορφη και πλούσια εξαιτίας των καπνών και γι’ αυτό ονομάζονταν από τους Τούρκους χρυσή. Έχει άριστα σχολεία και πλούσια βιβλιοθήκη. Κυριότερες κωμοπόλεις η Προσωτσάνη με 4000 κατοίκους και το Δοξάτο, το οποίο καταστράφηκε από τους Βούλγαρους. Πριν τον πόλεμο αριθμούσε 270 περίπου οικίες εκ των οποίων σώθηκαν μόνο 57. Πολύ κάτοικοι σφαγιάστηκαν από τους Βούλγαρους ( 500 περίπου ).
ΠΡΑΒΙΟΥ κ. 18174. Π. Πράβιον κ. 2000.
ΚΑΒΑΛΑΣ κ. 36075. Π. Καβάλα κ. 24600, εκ των οποίων οι μισοί Μουσουλμάνοι. Η πόλη είναι εμπορικότατη , έχει ωραίους ναούς και άριστα σχολεία.
ΣΑΡΙΣΑΜΠΑΝ κ. 18094. Π. Σαρισαμπάν κ. 2500. Οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι
ΘΑΣΟΣ κ. 12828. Κυριότερες κωμοπόλεις Παναγία κ. 2000 και Θεολόγος κ. 2554. Η Θάσος έχει μεταλλεία αντιμονίου, αργύρου, χαλκού και λευκά μάρμαρα.