Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

'Παίκτες' και 'θύματα'

Υπάρχουν δύο κατηγορίες κρατών στην παγκόσμια ιστορία:
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα κράτη που σχεδιάζουν το μέλλον τους με δυναμισμό, φαντασία και ρεαλισμό ταυτόχρονα.
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα κράτη που, βυθισμένα σε ιδεοληψίες, ψευδαισθήσεις και αναστολές, παραμένουν παράλυτα και αδρανή την πρωτοβουλία των αντιπάλων τους.

Τα κράτη-παίκτες αποτιμούν ψύχραιμα την διεθνή κατάσταση, αποφασίζουν με ρεαλισμό, θέτουν εφικτούς και ανέφικτους στόχους, αξιοποιούν τους πόρους τους, τοποθετούν στις υπεύθυνες θέσεις το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουν, καθιστούν σαφές στον αντίπαλο ότι πρέπει να προσέχει στις κινήσεις του, προλαβαίνουν τις εξελίξεις, προβλέπουν και προετοιμάζουν διαφορετικά εναλλακτικά σενάρια, αποκτούν την αναγκαία υλική ισχύ και αν χρειασθεί την χρησιμοποιούν.

Τα κράτη-θύματα κολακεύουν τους ισχυρούς, εκλιπαρούν για ξένη βοήθεια, υφίστανται αναξιοπρεπώς πλήγματα στην αξιοπρέπειά τους χωρίς να αντιδρούν, δεν έχουν στόχους, δεν προσπαθούν καν να αποκτήσουν υλική ισχύ, αναδεικνύουν ανίκανους και ακατάλληλους ηγέτες, διαρκώς αιφνιδιάζονται από τις εξελίξεις, συνεχώς επικαλούνται το δίκαιο του αδυνάτου και -ως αντίβαρο και ψυχολογικό αντιστάθμισμα– σχηματίζουν υπεραναπληρωματικές ψευδαισθήσεις περί δήθεν ηθικής τους ανωτερότητος και διάφορα άλλα ιδεολογήματα όπως ακριβώς ο χρεωκοπημένος άνθρωπος στρέφεται στον αλκοολισμό για να μην αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.

Η Ελλάδα του Κολοκοτρώνη και του Καποδίστρια ανήκε στην πρώτη κατηγορία· η Ελλάδα του Κουμουνδούρου και του Δηλιγιάννη στην δεύτερη. Η Ελλάδα του Βενιζέλου, του Πλαστήρα, του Μεταξά, του Μαρκεζίνη, στην πρώτη κατηγορία.

Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, σταδιακά η Ελλάδα διολίσθησε προς την δεύτερη κατηγορία.

Κεντρικοί σταθμοί υπήρξαν η αποτυχία της να διασφαλίσει τα δικαιώματα των βορειοηπειρωτών μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ή μη-αντίδρασή της στα Σεπτεμβριανά του 1955, η ταπεινωτική απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας της Κύπρου από την χούντα το 1967, όπως και η πρόκληση και η εν συνεχεία μη απάντηση στον τουρκικό Αττίλα το 1974, για να φθάσουμε στα γεγονότα των Ιμίων, της υπόθεσης των πυραύλων S-300 και το σημερινό σκηνικό μειωμένης κυριαρχίας της Ελλάδας και ανοχής των τουρκικών παρεμβάσεων στο Αιγαίο.

Οι ιστορικοί, πολιτειολόγοι και κοινωνιολόγοι του μέλλοντος θα ασχοληθούν πιθανώς με τις βαθύτερες διεργασίες που μετέτρεψαν ένα έθνος που αψήφησε την «ιερά συμμαχία» και συνέτριψε μία αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τον Δούναβι ως τον Νείλο στις αρχές του 19ου αιώνα, σε ένα κράτος-παρία, έρμαιο των κλυδωνισμών και περίγελω ακόμη και νάνων όπως τα Σκόπια στις αρχές του 21ου αιώνα.

Εδώ ας περιορισθούμε να καταγράψουμε ψύχραιμα την σημερινή εθνική στρατηγική, εάν αυτή όντως υπάρχει.

Παραδόξως, υπάρχει ελληνική εθνική στρατηγική, έναντι της Τουρκίας τουλάχιστον.

Και μάλιστα χαίρει διακομματικής στήριξης, έχει συνέχεια και συνέπεια, προβάλλεται συστηματικά στα μέσα ενημέρωσης.

Η στρατηγική αυτή έχει δύο σκέλη.
Πρώτον: υποχωρώντας διαρκώς και μη αντιδρώντας ποτέ στις τουρκικές προκλήσεις και στην τουρκική επιθετικότητα δείχνουμε την ανωτερότητά μας και αποφεύγουμε τον πόλεμο.
Δεύτερον: η Τουρκία επιδιώκει να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), άρα θα «συμμορφωθεί» και θα «εκπολιτισθεί».

Το πρώτο σκέλος αποτελεί την συνήθη πλάνη και αυταπάτη των αδυνάτων. Και ο πρωτοετής φοιτητής διεθνών σχέσεων γνωρίζει ότι η επίδειξη αδυναμίας καθιστά όλο και πιθανότερη την σύγκρουση.

Απεναντίας, όταν ο επιτιθέμενος γνωρίζει ότι η επίθεσή του πιθανώς θα αποτύχει ή ότι έστω θα έχει υψηλό κόστος, τότε το ενδεχόμενο σύγκρουσης εξασθενεί.

Το δεύτερο σκέλος περί υποτιθέμενου εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας βασίζεται στο θεώρημα ότι χάριν της εισόδου της στην ΕΕ η γειτονική χώρα θα εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της και τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα.

Ασφαλώς τα τελευταία έχουν για τους Τούρκους στρατηγούς πολύ μεγαλύτερη αξία από τα οικονομικά κυρίως ωφέλη μιας ενδεχόμενης ένταξης της Τουρκίας.

Ουδέποτε πρόκειται η Τουρκία να εγκαταλείψει την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο, την επεκτατική στρατηγική της στο Αιγαίο, την παρεμβατική και υπονομευτική της ελληνικής κυριαρχίας πολιτική της στην δυτική Θράκη χάριν της εισόδου της στην Ευρώπη.

Απεναντίας, με διάφορους τρόπους έχει καταστήσει σαφές ότι η υποψηφιότητά της στην ΕΕ και τα ελληνοτουρκικά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Ας θυμηθούμε ότι τις ημέρες που κρινόταν η έναρξη διαπραγματεύσεων ΕΕ-Τουρκίας, μπαράζ παραβιάσεων και παραβάσεων από τουρκικά αεροπλάνα στο Αιγαίο κατέστησε ξεκάθαρο αυτό ακριβώς το ζήτημα.

Αλλά και στην συνέχεια η τουρκική πολιτική δεν μεταβλήθηκε ούτε στο εκατομμυριοστό, παρά την αρχικώς ομαλή συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Συμβαίνει μάλλον το ακριβώς αντίθετο: η Τουρκία γνωρίζει καλά ότι το ειδικό βάρος της στην όλη ευρωπαϊκή πολιτική εξαρτάται από την αδιαφορία της στις όποιες προτροπές των πολιτισμένων ευρωπαίων να εγκαταλείψει τα πάγια γεωστρατηγικά της συμφέροντα και τις περιφερειακές φιλοδοξίες της.

Όσο περισσότερο αδιάλλακτη εμφανίζεται, τόσο μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ αποκτά και τόσο περισσότερο κατοχυρώνει τον ηγεμονικό της ρόλο και εντός της Ευρώπης.

Στοιχειώδεις κανόνες για τα κράτη που θέλουν να είναι παίκτες.

Τι θα μπορούσε να υποκαταστήσει το ατελέσφορο και εκτός πραγματικότητας «δόγμα» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;

Τρία κατ' αρχήν γενικά πράγματα:

Πρώτον: η απόλυτη αρχή της εθνικής άμυνας σε περίπτωση παραβίασης της εθνικής ακεραιότητας.

Κάτι που πρέπει όμως να καταστεί σαφές προς άπαντες, γιατί σήμερα δεν είναι. Και που φυσικά συνεπάγεται ριζικές μεταβολές στις ένοπλες δυνάμεις, στην εφεδρεία, αλλά και στο συλλογικό φρόνημα, που ασφαλώς δεν υποστηρίζεται με βιβλία όπου η σφαγή ενός εκατομμυρίου Ελλήνων περιγράφεται ως «συνωστισμός».

Δεύτερον: η πλήρης και οργανική ενεργοποίηση της Ελλάδας στα πλαίσια του δυτικού κόσμου, στους αμυντικούς και διπλωματικούς μηχανισμούς στους οποίους ανήκει.

Τρίτον: ο σχεδιασμός δόγματος εξωτερικής πολιτικής, το οποίο να περιλαμβάνει στόχους (βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους) και μέσα.

Και η αποσαφήνιση του ρόλου που θέλουμε επιτέλους να διαδραματίσει η Ελλάδα διεθνώς.


Ασφαλώς για όλα αυτά απαιτείται υψηλού επιπέδου και παιδείας πολιτικό δυναμικό, και όχι οι γνωστοί κλώνοι πολιτικών οικογενειών.

Όσον αφορά την Τουρκία, η εθνική στρατηγική της Ελλάδας πρέπει κατά την γνώμη μας να στηριχθεί (και να αξιοποιήσει) την σοβαρότερη μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο διάσταση μεταξύ της Τουρκίας και της δύσης.

Η Τουρκία απομακρύνεται συνεχώς από την δυτική πολιτική, μετά την άρνησή της να υποστηρίζει την αμερικανο-βρετανική παρέμβαση στο Ιράκ.

Σήμερα, η Τουρκία απειλεί ευθέως το αμερικανικό προτεκτοράτο του ιρακινού Κουρδιστάν, ενώ το ενδεχόμενο ισλαμοποίησης της Τουρκίας με την άνοδο ισλαμιστή στον προεδρικό θώκο ή το εναλλακτικό ενδεχόμενο δικτατορίας περιπλέκουν το ζήτημα.

Είναι μία μοναδική ευκαιρία η Ελλάδα να ξαναβρεί την χαμένη εδώ και δεκαετίες γεωπολιτική της σημασία, ως προπύργιο του δυτικού κόσμου σε εποχή σφοδρής σύγκρουσης των πολιτισμών.

Φλανηφήματα περί «τρίτου δρόμου», «βαλκανικής συμμαχίας», «ορθοδόξου τόξου», συμμαχίας με την Ρωσία κ.λπ, ανήκουν στην σφαίρα των φαντασιώσεων, και μάλιστα φαντασιώσεων επικίνδυνων για την εθνική μας ασφάλεια.

Ο μόνος πραγματικός ρόλος που έχει να παίξει η σημερινή Ελλάδα είναι αυτός του οργανικού μέρους (όχι υποτελούς) του δυτικού κόσμου, που αυτήν την στιγμή βιώνει υπαρξιακό κίνδυνο από διάφορες πλευρές και δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί ή να υποβαθμίζει πρόθυμους και χρήσιμους συμμάχους, όπως θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι η Ελλάς.

Η οποία, αφού ανασυγκροτηθεί εσωτερικά ώστε να καταστεί από θύμα παίκτης, θα διεκδικήσει την θέση που της αξίζει.



'Παίκτες' και 'θύματα' / του Μελέτη Μελετόπουλου
Αναδημοσίευση από τη «Νέα Πολιτική»

Δεν υπάρχουν σχόλια :