Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Μας λείπει το μέτρο

Αλήθεια, πού το βρήκαμε, από πού το ξεσηκώσαμε αυτό το «εκοιμήθη» επί το βυζαντινότερο ή το «κοιμήθηκε» επί το λαϊκότερο όταν πρόκειται για τον θάνατο ενός προσώπου, σημαντικού ή ενίοτε και ασήμαντου; Γέμισαν οι τηλεοράσεις, γραπτά και προφορικά, από αυτό το ανόητο, το γλυκερό και παραπλανητικό «εκοιμήθη» ή «κοιμήθηκε». Οι πρόγονοί μας έλεγαν «τέθνηκεν», χρησιμοποιούσαν παρακείμενο για να δείξουν ότι ο θάνατος είναι αμετάκλητα τετελεσμένος. Και το «κείμαι» (ότι τάδε κείμεθα) είναι και αυτό πανάρχαιος παρακείμενος που αργότερα περιέπεσε σε αχρησία και καταχρηστικά επιβίωσε έως τις μέρες μας ως ενεστώτας.
Ετσι ή αλλιώς ο θάνατος είναι το τέλος, το αμετάκλητο τέλος της ζωής και της ύπαρξης. Διερωτώμαι αν ανακαλύψαμε αυτό το «εκοιμήθη» ή για λιγότερο σημαντικά πρόσωπα το «έφυγε» για να αποφύγουμε, από φόβο, τη λέξη πέθανε ή για να υπαινιχθούμε ότι αυτός που «εκοιμήθη» θα ξυπνήσει σε μια «νέα ζωή» που κάπου του επιφυλάσσεται ως αντάλλαγμα ή αμοιβή της προσωρινής και συχνά άθλιας επίγειας ζωής. Ας μη συζητήσουμε καλύτερα για ποιες πράξεις και για ποια επίγεια ζωή ελπίζουμε ότι θα προσφερθεί αυτό το αντάλλαγμα. Το «πέθανε» μας απαλλάσσει από τέτοιες πονηρές σκέψεις γιατί και ο ενάρετος και ο αμαρτωλός, ο καλός και ο κακός, ο ευσεβής και ο ασεβής έχουν όλοι κοινή μοίρα, πεθαίνουν όλοι οριστικά και αμετάκλητα. Το τι είμαστε σε αυτή τη ζωή και πώς συμπεριφερόμαστε είναι ζήτημα της ύπαρξης και όχι της «μη ύπαρξης» και το ζήτημα αυτό ούτε μετατίθεται ούτε κρίνεται στο μεταθάνατο μέλλοντα.
Με τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου, όλα τα κανάλια πλην του ΣΚΑΪ (προς τιμήν του) διέκοψαν το καθημερινό τους πρόγραμμα, ιδιαίτερα κατά την «πρωινάδικη» ζώνη και επιδόθηκαν στους λεγόμενους «τηλεμαραθώνιους». Τα χείλη των ασεβών δεν έμειναν άλαλα, η ευσεβίστικη υποκρισία δεν έλειψε, ούτε οι μάλλον κωμικές υπερβολές αλλά εκείνο που ενδεχομένως θα ενοχλούσε και τον «κοιμηθέντα» Αρχιεπίσκοπο ήταν η απέραντη, άσκοπη και κενή φλυαρία. Δικαιολογημένη από μια πλευρά, γιατί τι θα έλεγαν τόσες ώρες. Αλλά μέσα σ’ αυτήν την ακατάσχετη φλυαρία χάθηκε «το φοβερό του θανάτου μυστήριο» και διαταράχθηκε η γεμάτη δέος σιωπή μπροστά στον θάνατο. Μόνο ο ΣΚΑΪ αφού κάλυψε πλήρως τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου συνέχισε το καθημερινό του πρόγραμμα, σα να ήθελε να τονίσει ότι ο θάνατος είναι η αμετάκλητη μοίρα του ατόμου. Οντολογικά συνεχίζεται παντοδύναμη και με απροσδιόριστο τέλος.
Επιτρέψτε μου τέλος να εκφράσω τον αποτροπιασμό μου στα λεγόμενα προσκυνήματα στα οποία άγεται και εκτίθεται το, συχνά τόσο ταλαιπωρημένο, λείψανο του ατυχούς εκλιπόντος. Το θέαμα (περί αυτού ακριβώς πρόκειται), είναι αισθητικά αποτρόπαιο. Στολισμένος στη νεκρική ακινησία του με τα αρχιερατικά άμφια ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορούσε ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει. Ούτε να επικαλεσθεί εκείνο το υπέροχο της νεκρικής ακολουθίας «Αρατίς εστί. Βασιλεύς ή στρατιώτης, πλούσιος ή πένης, δίκαιος ή αμαρτωλός».
Και μια τελευταία παρατήρηση: το τι είδαν τα μάτια μας να παρελαύνουν ως γλάστρες από τα επί τούτο στηθέντα τηλεοπτικά πάνελ! Οι νεόκοποι βουλευτές του ΛΑΟΣ δεν λείπουν πλέον από καμιά τηλεοπτική συζήτηση. Και τι συναισθηματικές πλαδαρότητες και τι κοινοτοπίες άκουσαν τα αφτιά μας.
Το «σεμνά και ταπεινά» η κυβέρνησή μας δεν έδειξε ότι το πιστεύει και το ακολουθεί. Εχουμε, όμως, ανάγκη και από σεμνότητα και από ταπεινότητα και από μέτρο.

Του Αντώνη Καρκαγιάνη
Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια :