Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Το σωστό και το λάθος


Συχνά χρησιμοποιούμε λαθεμένα μερικές λέξεις που παρουσιάζουν κάποια εκφραστική ή φωνητική ομοιότητα, αλλά έχουν διαφορετική σημασία.
ανακαλύπτω - εφευρίσκω
ανακαλύπτω: βρίσκω, φέρω στο φως. φανερώνω κάτι που υπήρχε πριν. Ο Χριστό­φορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική (που υπήρχε πριν απ ' αυτόν).
εφευρίσκω: βρίσκω. επινοώ κάτι που δεν υπήρχε πριν. Ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος εφεύρε την τυπογραφία (που δεν υπήρχε πριν).
νύφη - νύμφη
η νύφη: η γυναίκα την ώρα του γάμου της, συγγενική σχέση με τα πεθερικά και το σόι του άντρα της. Η νύφη φορούσε στο γάμο ένα απλό νυφικό. Τα λέω στην πεθερά για να τ ' ακούσει η νύφη (παροιμία).
η νύμφη: προστάδιο στη γέννηση ενός εντόμου (προνύμφη -νύμφη -πετα­λούδα).// Η αρχαία θεότητα των νερών (Οι Νηρηίδες ήταν νύμφες των ποταμών) Μεταφορικά: η νύμφη του Θερμαϊκού = η Θεσσαλονίκη.
βρόχος - βρόγχος
ο βρόχος: η θηλιά, το σχοινί, το λάσο. Το σχοινί έγινε βρόχος στο λαιμό του και κινδύνεψε να πνιγεί
ο βρόγχος: ο αεραγωγός σωλήνας πνευμόνων. Το κάπνισμα ερεθίζει τους βρόγχους.
αγγελιαφόρος (αγγελία + φέρω) και όχι αγγελιοφόρος.
ακατονόμαστος (από το στερητικό α + κατονομάζω) και όχι ακατανόμαστος.
απαθανατίζω (από + αθάνατος) και όχι αποθανατίζω.
απογοητεύω (από + γοητεύω) και όχι απαγοητεύω.
παρονομαστής (παρά + όνομα) και όχι παρανομαστής.
κληροδοτώ - κληρονομώ
κληροδοτώ σημαίνει αφήνω με διαθήκη μου σε κάποιον ένα περιουσιακό μου στοιχείο. Είμαι κληροδότης (διαθέτης) και αυτό που αφήνω είναι η κληροδοσία ή το κληροδότημα.
κληρονομώ σημαίνει γίνομαι κάτοχος ενός πράγματος που μου άφησε ο κληροδότης. Είμαι ο κληρονόμος και αυτό που κατέχω είναι η κληρονομιά, Με άλλα λόγια: Ο διαθέτης κληροδοτεί, ο άλλος κληρονομεί. Οι πρόγονοι κληροδοτούν .οι απόγονοι κληρονομούν. Θα πούμε λοιπόν: Οι αρχαίοι μας πρόγονοι μας κληρο­δότησαν (και όχι μας κληρονόμησαν) αθάνατα έργα τέχνης. Και: κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας αθάνατα έργα τέχνης. Αυτά αποτελούν την πολύτιμη εθνική μας κληρονομιά. Ο τάδε κληροδότησε (όχι κληρονόμησε) όλη την περιουσία του στο κράτος, που είναι τώρα ο μοναδικός του κληρονόμος.
απόμερος-απόμακρος
απόμερος: αυτός που βρίσκεται έξω από το κέντρο ή από κάποιο κεντρικό σημείο.
(Κατοικεί σε μια απόμερη συνοικία της πόλης. Έδεσε το σκύλο σε μια απόμερη γωνιά του κήπου. Τον πήρε απόμερα να του μιλήσει ιδιαιτέρως),
απόμακρος: ο μακρινός, ο απομακρυσμένος. (Τώρα που γέρασε πολύ όλα εκείνα που έζησε του φαίνονταν τόσο απόμακρα. Το ηλεκτρικό ρεύμα έφτασε ως την πιο απόμακρη γωνιά της χώρας).
εξάρτηση -εξάρτυση
εξάρτηση: η έλλειψη ανεξαρτησίας (από το εξαρτώ, κρεμώ). (Η οικονομική εξάρτηση φέρει και την πολιτική εξάρτηση μιας χώρας).
εξάρτυση: εκείνα που φέρει ο στρατιώτης μαζί του. (Οι στρατιώτες βάδιζαν στην πορεία με όλη τους την εξάρτυση).
υποχθόνιος -καταχθόνιος
υποχθόνιος: ο κάτω από τη γη. ο υπόγειος. (Πριν από το σεισμό ακούστηκε μια υποχθόνια βοή. Ο Πλούτωνας ήταν μια μυθική υποχθόνια θεότητα).
καταχθόνιος: ο ύπουλος, ο πολύ κακός. (Κατάστρωνε διαρκώς καταχθόνια (και όχι υποχθόνια) σχέδια για να εξοντώσει τους αντιπάλους του).
το μνήμα -το μνημείο
το μνήμα: το μέρος όπου είναι κανείς θαμμένος, ο τάφος. (Πάνω στο μνήμα του έστησαν ένα σταυρό με το όνομά του).
το μνημείο: το κτίσμα για τιμή του νεκρού ή των νεκρών ή για ανάμνηση σπουδαίου γεγονότος // έργο με αιώνια αξία. // το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη. (Έστησαν το μνημείο της εθνικής συμφι­λίωσης. Ο Παρθενώνας είναι ένα μνημείο τέχνης)
στιγμιαίος -ακαριαίος
στιγμιαίος: αυτός που διαρκεί μια στιγμή. (Έπαθε μια στιγμιαία λιποθυμία).
ακαριαίος: ξαφνικός, απότομος. (Το χτύπημα του επέφερε ακαριαίο (και όχι στιγμιαίο) θάνατο).
ψηλός - υψηλός
ψηλός άντρας, ψηλή κορφή, ψηλά σπίτια  
Θα πούμε όμως: υψηλός πυρετός, υψηλά ημερομίσθια, συζήτηση υψηλού επιπέδου. Διατηρεί υψηλό φρόνημα. Σημειώθηκαν υψηλές θερμοκρασίες. Μας βλέπει αφ' υψηλού!
δίλημμα -αδιέξοδο
το δίλημμα: η δυσκολία εκλογής. (Βρισκόταν σε δίλημμα ποιον από τους δυο ν’ ακολουθήσει).
το αδιέξοδο: η δύσκολη θέση. (Τα αλλεπάλληλα σφάλματά του τον οδηγούσαν σε αδιέξοδο).
τεχνικός -τεχνητός
τεχνικός: ο σχετικός με την τέχνη, ο φτιαγμένος με τέχνη (τεχνικά έργα, τεχνική μελέτη). Ουσιαστικό: ο τεχνικός: ο ειδικευμένος τεχνίτης (τεχνικός της Δ.Ε.Η.), η τεχνική: το σύνολο των κανόνων και μεθόδων με τις οποίες εκτελείται ένα έργο. (Κατέχει την τεχνική κατασκευής μικρών ραδιοφωνικών σταθμών), η τε­χνολογία: οι τεχνικές κατακτήσεις του ανθρώπου. (Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν πετύχει υψηλή τεχνολογία).
τεχνητός: αυτός που έγινε με την τέχνη, ο όχι φυσικός. (Τεχνητό νεφρό, τεχνητή γονιμοποίηση) // ο πλαστός, ο προσποιητός. (Ο λόγος του δημιούργησε μια τεχνητή όξυνση στη συζήτηση που κυλούσε ως τότε ήρεμα).
άεργος -άνεργος
άεργος: αυτός που απέχει από κάθε έργο. από κάθε απασχόληση. (Στον άεργο η μέρα φαίνεται χρόνος),
άνεργος: αυτός που δεν έχει εργασία. (Αυξήθηκε στα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανέργων),
το ύπαιθρο -η ύπαιθρος
το ύπαιθρο: είναι ο χώρος έξω από το σπίτι. ο μη στεγασμένος χώρος. (Τους έκαναν έξωση από το σπίτι και η οικογένεια διανυκτέρευσε στο ύπαιθρο) (όχι στην ύπαιθρο),
η ύπαιθρος (χώρα): είναι η εξοχή, τα χωριά, το αντίθετο της πόλης. (Οι κάτοικοι της υπαίθρου δεν έχουν πρόβλημα μόλυνσης της ατμόσφαιρας).
ο στύλος -η στήλη
ο στύλος: η κολόνα που στηρίζει τη στέγη. Θα πούμε: οι στύλοι (και όχι οι
στήλες) του ναού του Ολυμπίου Διός. Στηρίξαμε με στύλους τη σκεπή. Έγινε υποστύλωση της στέγης. Και μεταφορικά: στάθηκε ο στύλος (ο προστάτης) του σπιτιού .
η στήλη: πέτρινη πλάκα στημένη όρθια. (Στη μέση της πλατείας μας υψώνεται αναμνηστική στήλη με τα ονόματα των πεσόντων στους πολέμους) // Σύστημα ηλεκτρικών στοιχείων. η μπαταρία. (Αγόρασα μια ηλεκτρική στήλη). Και μεταφορικά: έμεινε (από την κατάπληξη) στήλη άλατος. Θα γράψουμε επίσης: η αναστήλωση (ανόρθωση) ενός ερειπωμένου μνημείου. Η αναστήλωση των εικόνων από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα.
ο αστρολόγος -ο αστρονόμος
ο αστρολόγος: αυτός που ισχυρίζεται πως μπορεί να προβλέπει το μέλλον από την κίνηση των άστρων.
ο αστρονόμος: αυτός που μελετά τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Η αστρο­νομία είναι επιστήμη, η αστρολογία δεν είναι επιστήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :