Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2007

ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΜΕ “ΚΑΦΤΡΕΣ”

Δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλος

Υπουργείο Γεωργίας
Γενική Γραμματεία Δασών
και Φυσικού Περιβάλλοντος

Η μετάδοση των δασικών πυρκαγιών με κάφτρες είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο των μεγάλων πυρκαγιών και αποτελεί ένα μεγάλο κίνδυνο για τις δασοπυροσβεστικές δυνάμεις. Η εμφάνιση του φαινομένου προϋποθέτει:
α. Την ύπαρξη κατάλληλων φλεγόμενων τεμαχιδίων καύσιμης ύλης (καφτρών),
β. Την ύπαρξη δυνάμεων για τη μεταφορά τους και
γ. Την πιθανότητα να δημιουργηθούν νέες εστίες εκεί όπου εναποτίθενται οι κάφτρες.
Μετάδοση με κάφτρες είναι δυνατή σε αποστάσεις που υπερβαίνουν τα 10 χιλιόμετρα σε ακραίες περιπτώσεις. Η εμφάνιση και η έκταση του φαινομένου διαφέρει μεταξύ δασικών τύπων και επηρεάζεται από την ένταση της φωτιάς, τα χαρακτηριστικά των καφτρών, τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες και την τοπογραφία.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι ιδιαίτερα δύσκολη και κάτω από ακραίες συνθήκες ουσιαστικά αδύνατη. Προσπάθειες για αντιμετώπιση μιας τέτοιας πυρκαγιάς πρέπει να βασίζονται σε καλά σχεδιασμένη έμμεση προσβολή με σωστή αξιοποίηση μέσων όπως οι επινώτιοι πυροσβεστήρες, τα επιβραδυντικά υγρά μακράς διάρκειας και τα εναέρια μέσα σε ρόλο επιφυλακής και άμεσης επέμβασης στις νεοδημιουργούμενες εστίες.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από τους τρεις βασικούς μηχανισμούς μετάδοσης της θερμότητας, επαγωγή θερμών αερίων, ακτινοβολία και επαφή, μόνο οι δύο πρώτοι παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση των δασικών πυρκαγιών. Ο τρίτος δεν αποτελεί σημαντικό παράγοντα εξαιτίας της χαμηλής θερμοαγωγιμότητας των δασικών καυσίμων. Ένας τέταρτος όμως μηχανισμός, η μετάδοση με μικρά φλεγόμενα κομμάτια καύσιμης ύλης, τις λεγόμενες “κάφτρες”, αποτελεί ένα σημαντικό τρόπο μετάδοσης των πυρκαγιών που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξή τους.
Μία νέα φωτιά που ανάβει από κάφτρα, μεταφραζόμενη από τον Αγγλικό όρο “spot fire“ σαν “σημειακή φωτιά”, ορίζεται σαν μία “φωτιά που ανάβει έξω από την περίμετρο της κύριας πυρκαγιάς από σπινθήρες ή αναμμένα τεμάχια καύσιμης ύλης που μεταφέρονται από τον αέρα ή που κατρακυλούν”. Οι σημειακές φωτιές είναι ένας από τους σημαντικότερους κινδύνους που έχουν να αντιμετωπίσουν οι δασοπυροσβέστες. Κάτω από συνθήκες που ευνοούν τον τρόπο αυτό μετάδοσης ακόμη και σχετικά αργά
κινούμενες πυρκαγιές είναι δυνατό να γίνουν επικίνδυνες και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση καθώς μπορούν να υπερπηδήσουν και τις πλατύτερες αντιπυρικές ζώνες και να εγκλωβίσουν απλούς πολίτες και δασοπυροσβέστες. Η κατανόηση της λειτουργίας του μηχανισμού αυτού μετάδοσης της πυρκαγιάς μπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη της πιθανότητας για εμφάνιση του φαινομένου και των διαστάσεών του, συμβάλλοντας έτσι στο να γίνει η δασοπυρόσβεση αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη.

2. Ανάλυση του μηχανισμού μετάδοσης πυρκαγιάς με κάφτρες
Η μετάδοση πυρκαγιάς με κάφτρες είναι ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο φαινόμενο που η εμφάνιση και η έκτασή του εξαρτάται από την ύπαρξη τριών παραγόντων (Rothermel 1983):
α. Την ύπαρξη κατάλληλων φλεγόμενων τεμαχιδίων καύσιμης ύλης (καφτρών),
β. Την ύπαρξη δυνάμεων για τη μεταφορά τους και
γ. Την πιθανότητα να δημιουργηθούν νέες εστίες εκεί όπου εναποτίθενται οι κάφτρες.

2.1. Ύπαρξη κατάλληλων καφτρών
Σε κάθε δασική πυρκαγιά υπάρχουν χιλιάδες μικρά τεμαχίδια καύσιμης ύλης που μπορούν σε κάποιο βαθμό να λειτουργήσουν σαν κάφτρες. Αρχικά, οι σπίθες μπορούν να παίξουν αυτό τον ρόλο αλλά προφανώς μόνο για μικρές αποστάσεις καθώς έχουν μικρή “διάρκεια ζωής”. Για μετάδοση πυρκαγιάς σε μεγάλες αποστάσεις οι κάφτρες πρέπει να έχουν κατάλληλα χαρακτηριστικά. Για να είναι ένα τεμαχίδιο καύσιμης ύλης κατάλληλο για να λειτουργήσει σαν κάφτρα πρέπει να είναι εύκολο να αποκολληθεί από την υπόλοιπη καύσιμη ύλη και να ανυψωθεί με τη δύναμη της επαγωγικής στήλης που δημιουργεί η πυρκαγιά. Αυτό εξαρτάται από τη θέση του στο χώρο (απόσταση από το έδαφος, ύπαρξη καιγόμενης ύλης κάτω από αυτό), τον τρόπο προσκόλλησής του στην υπόλοιπη δασική ύλη μεγάλων διαστάσεων (όσο ευκολότερη η αποκόλληση τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός από κάφτρες), αλλά και τα αεροδυναμικά του χαρακτηριστικά (υψηλός αεροδυναμικός συντελεστής). Ακόμη, το τεμαχίδιο πρέπει να είναι εύφλεκτο και αρκετά μεγάλο για να καίει για αρκετή ώρα ώστε να φθάσει αναμμένο στο έδαφος, ενώ παράλληλα πρέπει να είναι ελαφρύ (χαμηλό ειδικό βάρος) για να μεταφερθεί μακριά από τον άνεμο μόλις βγει από την άμεση άνωση της επαγωγικής στήλης της πυρκαγιάς.
Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι η πιθανότητα μετάδοσης με κάφτρες σε μεγάλες αποστάσεις διαφέρει ανάλογα με το δασικό τύπο εξαρτώμενη από την ευκολία δημιουργίας καφτρών και τα χαρακτηριστικά αυτών. Παραδείγματος χάρη, ο φλοιός ορισμένων ειδών ευκαλύπτου (Eucalyptus sp.) δημιουργεί ιδανικές κάφτρες: ευρίσκεται υψηλότερα από την παρεδάφια βλάστηση και νεκρή καύσιμη ύλη, ανάβει με ετοιμότητα, αποκολλάται εύκολα σε μεγάλα τμήματα που καίνε για πολλή ώρα, έχει χαμηλό ειδικό βάρος και παρουσιάζει αρκετά μεγάλη αντίσταση στον άνεμο
(έχει υψηλό αεροδυναμικό συντελεστή). Στις περίφημες μεγάλες πυρκαγιές της 16ης Φεβρουαρίου του 1983 στην Αυστραλία (Ash Wednesday fires) στις οποίες χάθηκαν εβδομήντα πέντε άτομα, εκατοντάδες χιλιάδες ζώα και καταστράφηκαν 2539 κατοικίες, παρατηρήθηκε μετάδοση με κάφτρες σε αποστάσεις μέχρι 10 χλμ. κάνοντας ουσιαστικά αδύνατη τη δασοπυρόσβεση όσο επικρατούσαν οι ακραίες καιρικές συνθήκες που προκάλεσαν τη θεομηνία (Dorgelo 1984).
Άλλη σημαντική πηγή καφτρών είναι τα νεκρά ιστάμενα δέντρα. Ο φλοιός αυτών των δένδρων είναι ξερός και αποκολλάται εύκολα. Επίσης τμήματα του κορμού (κορυφή, κλαδιά) σε προχωρημένη σήψη είναι ιδιαίτερα εύφλεκτα και έχουν χαμηλό ειδικό βάρος. Όλα αυτά γίνονται ιδανικές κάφτρες που μπορούν να μεταδώσουν την πυρκαγιά σε μεγάλες αποστάσεις ενώ παράλληλα όταν το ιστάμενο δένδρο ανάψει παράγει μεγάλο αριθμό από σπίθες που εύκολα δημιουργούν νέες εστίες σε μικρή απόσταση (Brown and Davis 1973).
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πυρκαγιές που καίνε στον υπόροφο σπάνια προκαλούν μετάδοση με κάφτρες σε σημαντική απόσταση. Ο ανώροφος αποτελεί εμπόδιο που σταματάει τις κάφτρες αλλά και δυσκολεύει τη δημιουργία ισχυρής επαγωγικής στήλης (Andrews and Chase 1989)

2.2. Απόσταση μεταφοράς καφτρών
Η μετάδοση της πυρκαγιάς με κάφτρες γίνεται σε απόσταση από το μέτωπο που ποικίλλει από μερικά μέτρα μέχρι αρκετά χιλιόμετρα και περιγράφεται αντίστοιχα σαν μετάδοση μικρής (μερικές δεκάδες μέτρα) ή μεγάλης (εκατοντάδες ή και χιλιάδες μέτρα) εμβέλειας. Η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ τους, εκτός από την ίδια την απόσταση μετάδοσης, είναι το εάν οι κάφτρες σηκώνονται υψηλά από την επαγωγική στήλη και μεταφέρονται σε σημεία πέρα από εκεί όπου θα βρίσκεται το μέτωπο της κυρίως πυρκαγιάς σε μερικά λεπτά. Η μετάδοση μικρής εμβέλειας γενικά δημιουργεί πολύ λιγότερα προβλήματα από ότι η μετάδοση σε μεγάλη απόσταση.
Η τροχιά που ακολουθεί μία κάφτρα και κατά συνέπεια η τελική απόσταση μετάδοσης εξαρτάται από πολλούς αλληλοεπηρεαζόμενους παράγοντες σημαντικότεροι των οποίων είναι:
α. Η ένταση της φλόγας του μετώπου (kW/m). Όσο μεγαλύτερη αυτή τόσο μεγαλύτερο το αρχικό ύψος στο οποίο μπορούν να μεταφερθούν οι κάφτρες. Για το δασοπυροσβέστη το μέσο μήκος συνεχούς φλόγας αποτελεί την καλύτερη ένδειξη αυτής της έντασης.
β. Η ένταση, η φορά και τα χαρακτηριστικά του πεδίου του ανέμου. Όσο ισχυρότερος ο άνεμος τόσο μεγαλύτερη η απόσταση μεταφοράς για το ίδιο αρχικό ύψος.
γ. Τα χαρακτηριστικά της κάφτρας (αεροδυναμικός συντελεστής, μέγεθος, βάρος). Ο συνδυασμός τους επηρεάζει τόσο το μέγιστο αρχικό ύψος όσο και το ρυθμό πτώσης καθώς μεταφέρεται από τον άνεμο.
δ. Το ανάγλυφο. Ανάλογα με το πόσο απότομο είναι και σε συνάρτηση με τη θέση στην πλαγιά από όπου προέρχεται η κάφτρα (βάση πλαγιάς, μέση, κορυφή), επηρεάζει σημαντικά την τελική τροχιά της.

2.3. Η πιθανότητα δημιουργίας νέων εστιών
Για να δημιουργηθεί μια νέα εστία στο σημείο όπου προσγειώνεται μία κάφτρα απαιτείται προφανώς να υπάρχει εκεί συνεχής νεκρή εύφλεκτη καύσιμη ύλη λεπτών διαστάσεων (ξερά χόρτα, βελόνες). Η αποτελεσματική όμως μεταφορά θερμότητας δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη καθώς αυτό εξαρτάται από τον τρόπο και το ακριβές σημείο στο οποίο εναποτίθεται η κάφτρα. Η πιθανότητα Π(Ε) έναρξης καινούριας εστίας στο σημείο αυτό κυμαίνεται πάρα πολύ εξαρτώμενη από τους εξής παράγοντες:
α. Τα χαρακτηριστικά της κάφτρας ως πηγής θερμότητας. Εδώ περιλαμβά-νεται το μέγεθος της κάφτρας, από το οποίο εξαρτάται η διάρκεια καύσης αλλά και η ένταση της εκλυόμενης θερμότητας (σχήμα 1). Ο άνεμος μπορεί να βοηθήσει στην αύξηση της έκλυσης θερμότητας όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αναμμένων τσιγάρων.
β. Την ευκολία έναυσης της καύσιμης ύλης. Η ζωντανή καύσιμη ύλη αλλά και η νεκρή καύσιμη ύλη μεγάλων διαστάσεων κατά κανόνα αναφλέγονται πολύ δύσκολα. Εξαίρεση αποτελούν οι νεκροί κατακείμενοι κορμοί που είναι σε κατάσταση προχωρημένης σήψης. Για τη νεκρή λεπτή καύσιμη ύλη (< t =" -----------"> 500-800 m) η αντιμετώπιση είναι ουσιαστικά αδύνατη (Brown and Davis 1973) όταν υπάρχει συνέχεια καύσιμης ύλης. Η τοποθέτηση δασοπυροσβεστικών δυνάμεων μπροστά από το κινούμενο μέτωπο είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη και κατά κανόνα αναποτελεσματική. Ο εγκλωβισμός τους είναι πολύ πιθανός και γι’ αυτό πρέπει να επιχειρείται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη προστασίας κάποιων ευαίσθητων εγκαταστάσεων και με την προϋπόθεση ύπαρξης αποψιλωμένων ζωνών ασφαλείας και διεξόδων διαφυγής. Οι δυνάμεις της δασικής και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που λανθασμένα τοποθετούνται πάνω σε δρόμους μπροστά από το μέτωπο, συνήθως αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή όταν πλησιάσουν οι φλόγες γιατί δέχονται καπνό, θερμά αέρια και ένταση ακτινοβολίας πέρα από τα ανεκτά όρια ενώ παράλληλα διαπιστώνουν ότι η πυρκαγιά έχει μεταδοθεί πίσω τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις η σωστή αντιμετώπιση είναι η προσπάθεια κατάσβεσης των πλευρών και των νώτων της πυρκαγιάς ώστε να μειωθεί η καιγόμενη έκταση και να αποφευχθεί η μετατροπή τους σε νέα μέτωπα σε περίπτωση αλλαγής της κατεύθυνσης του ανέμου. Παράλληλα, σε αναμονή βελτίωσης των συνθηκών (καιρικών, καύσιμης ύλης, τοπογραφίας), πρέπει να γίνεται προσπάθεια καλού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς με επαρκείς δυνάμεις από πλεονεκτική θέση. Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνεται έγκαιρα προσπάθεια απομάκρυνσης των πολιτών γιατί μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο μπορούν εύκολα να βρεθούν εγκλωβισμένοι από τις φλόγες.
Τα παραπάνω συνήθως συμβαίνουν υπό ακραίες συνθήκες (ταχύτητα ανέμου >50 χλμ/ώρα για τη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις, υγρασία λεπτής νεκρής καύσιμης ύλης <6-7%). t =" -----------"> 500-800 m) η αντιμετώπιση είναι ουσιαστικά αδύνατη (Brown and Davis 1973) όταν υπάρχει συνέχεια καύσιμης ύλης. Η τοποθέτηση δασοπυροσβεστικών δυνάμεων μπροστά από το κινούμενο μέτωπο είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη και κατά κανόνα αναποτελεσματική. Ο εγκλωβισμός τους είναι πολύ πιθανός και γι’ αυτό πρέπει να επιχειρείται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη προστασίας κάποιων ευαίσθητων εγκαταστάσεων και με την προϋπόθεση ύπαρξης αποψιλωμένων ζωνών ασφαλείας και διεξόδων διαφυγής. Οι δυνάμεις της δασικής και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που λανθασμένα τοποθετούνται πάνω σε δρόμους μπροστά από το μέτωπο, συνήθως αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή όταν πλησιάσουν οι φλόγες γιατί δέχονται καπνό, θερμά αέρια και ένταση ακτινοβολίας πέρα από τα ανεκτά όρια ενώ παράλληλα διαπιστώνουν ότι η πυρκαγιά έχει μεταδοθεί πίσω τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις η σωστή αντιμετώπιση είναι η προσπάθεια κατάσβεσης των πλευρών και των νώτων της πυρκαγιάς ώστε να μειωθεί η καιγόμενη έκταση και να αποφευχθεί η μετατροπή τους σε νέα μέτωπα σε περίπτωση αλλαγής της κατεύθυνσης του ανέμου. Παράλληλα, σε αναμονή βελτίωσης των συνθηκών (καιρικών, καύσιμης ύλης, τοπογραφίας), πρέπει να γίνεται προσπάθεια καλού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς με επαρκείς δυνάμεις από πλεονεκτική θέση. Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνεται έγκαιρα προσπάθεια απομάκρυνσης των πολιτών γιατί μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο μπορούν εύκολα να βρεθούν εγκλωβισμένοι από τις φλόγες.
Τα παραπάνω συνήθως συμβαίνουν υπό ακραίες συνθήκες (ταχύτητα ανέμου >50 χλμ/ώρα για τη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις, υγρασία λεπτής νεκρής καύσιμης ύλης <6-7%). t =" -----------"> 500-800 m) η αντιμετώπιση είναι ουσιαστικά αδύνατη (Brown and Davis 1973) όταν υπάρχει συνέχεια καύσιμης ύλης. Η τοποθέτηση δασοπυροσβεστικών δυνάμεων μπροστά από το κινούμενο μέτωπο είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη και κατά κανόνα αναποτελεσματική. Ο εγκλωβισμός τους είναι πολύ πιθανός και γι’ αυτό πρέπει να επιχειρείται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη προστασίας κάποιων ευαίσθητων εγκαταστάσεων και με την προϋπόθεση ύπαρξης αποψιλωμένων ζωνών ασφαλείας και διεξόδων διαφυγής. Οι δυνάμεις της δασικής και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που λανθασμένα τοποθετούνται πάνω σε δρόμους μπροστά από το μέτωπο, συνήθως αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή όταν πλησιάσουν οι φλόγες γιατί δέχονται καπνό, θερμά αέρια και ένταση ακτινοβολίας πέρα από τα ανεκτά όρια ενώ παράλληλα διαπιστώνουν ότι η πυρκαγιά έχει μεταδοθεί πίσω τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις η σωστή αντιμετώπιση είναι η προσπάθεια κατάσβεσης των πλευρών και των νώτων της πυρκαγιάς ώστε να μειωθεί η καιγόμενη έκταση και να αποφευχθεί η μετατροπή τους σε νέα μέτωπα σε περίπτωση αλλαγής της κατεύθυνσης του ανέμου. Παράλληλα, σε αναμονή βελτίωσης των συνθηκών (καιρικών, καύσιμης ύλης, τοπογραφίας), πρέπει να γίνεται προσπάθεια καλού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς με επαρκείς δυνάμεις από πλεονεκτική θέση. Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνεται έγκαιρα προσπάθεια απομάκρυνσης των πολιτών γιατί μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο μπορούν εύκολα να βρεθούν εγκλωβισμένοι από τις φλόγες.
Τα παραπάνω συνήθως συμβαίνουν υπό ακραίες συνθήκες (ταχύτητα ανέμου >50 χλμ/ώρα για τη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις, υγρασία λεπτής νεκρής καύσιμης ύλης <6-7%). Οι συνθήκες αυτές συνήθως επικρατούν για μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Παραδείγματος χάρη, το μελτέμι κατά κανόνα μειώνεται σε ένταση κατά τις νυκτερινές ώρες ενώ η υγρασία της καύσιμης ύλης σταδιακά αυξάνεται με την αύξηση της σχετικής υγρασίας του αέρα αργά το απόγευμα και φθάνει το μέγιστο κατά τα ξημερώματα. Είναι επίσης προβλέψιμες άλλες αλλαγές του ανέμου (θαλάσσια και απόγειος αύρα, άνεμοι προς τα ανάντη (ημέρα) ή τα κατάντη (νύκτα) των πλαγιών και των κοιλάδων). Η πρόβλεψη της θέσης της πυρκαγιάς κατά το χρόνο που θα βελτιωθούν οι συνθήκες και ο σχεδιασμός αποτελεσματικής αντιμετώπισης υπό αυτές τις συνθήκες αποτελεί την καλύτερη τακτική. Αυτό απαιτεί: α. Έγκαιρη αναγνώριση και επιλογή θέσης αντιμετώπισης (χαμηλή ή αραιή βλάστηση, αντιπυρική ζώνη, δρόμοι). β. Συγκέντρωση και προετοιμασία των κατάλληλων επίγειων και εναέριων δυνάμεων. γ. Σχεδιασμό του τρόπου αντιμετώπισης, ενημέρωση των εμπλεκομένων και καλό συντονισμό (σχήμα 2). Στο σχεδιασμό του τρόπου αντιμετώπισης του μετώπου περιλαμβάνεται και η σημαντική απόφαση της χρήσης του αντίπυρος. Η λύση αυτή είναι συχνά η μόνη επιλογή που δίνει πιθανότητες για αναχαίτιση του μετώπου. Προϋπόθεση βέβαια αποτελεί η καλή γνώση της τεχνικής του αντίπυρος και η ύπαρξη κατάλληλα εκπαιδευμένου και πειθαρχημένου προσωπικού. Στην αντιμετώπιση πυρκαγιών στις οποίες παρατηρείται εκτεταμένη μετάδοση με κάφτρες σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν: α. Οι επινώτιοι πυροσβεστήρες (όχι γεωργικοί ψεκαστήρες) φερόμενοι από κατάλληλο προσωπικό καλής φυσικής κατάστασης. Με τη δυνατότητα άμεσης προσέγγισης-κατάσβεσης κάθε μικρής νέας εστίας που προσφέρουν μειώνουν την ανάγκη δημιουργίας εγκατάστασης σωλήνων ή μετακίνησης οχημάτων που είναι χρονοβόρες και δεν εξασφαλίζουν τη γρήγορη αντιμετώπιση απομακρυσμένων νέων εστιών σε δύσβατα σημεία. β. Οι επιβραδυντικές ουσίες μακράς διαρκείας (long-term fire retardants). Αυτές μπορούν να ψεκαστούν δίπλα σε αντιπυρικές ζώνες, από το έδαφος ή από τον αέρα, αρκετές ώρες πριν φθάσει το μέτωπο της πυρκαγιάς. Με την κάλυψη ενός πλάτους 50-100 m παράλληλα με τη ζώνη, από την αντίθετη πλευρά από εκείνη που πλησιάζει το μέτωπο, οι πιθανότητες να ανάψει στη ζώνη αυτή εστία από κάφτρες ουσιαστικά μηδενίζεται καθώς επίσης και η πιθανότητα να περάσει η πυρκαγιά στην άλλη πλευρά της ζώνης με ακτινοβολία. Η χρήση αυτή των επιβραδυντικών ουσιών μπορεί να είναι ιδιαίτερα θετική στην περίπτωση του αντίπυρος. γ. Τα εναέρια μέσα. Ιδιαίτερα θετικός είναι ο ρόλος των μέσων αυτών όταν μπορούν να ανεφοδιάζονται με νερό ή αφρό από μικρή απόσταση. Για το σκοπό αυτό ιδιαίτερα κατάλληλα είναι τα ελικόπτερα με πυροσβεστικό κάδο και τα αμφίβια αεροσκάφη. Όταν γίνεται αντιμετώπιση σε μια αντιπυρική ζώνη και ιδίως όταν εφαρμόζεται το αντίπυρ, τα μέσα αυτά πρέπει να πετούν στην περιοχή, σε ετοιμότητα και σε συνεχή επαφή με το έδαφος. Έτσι, μπορούν να ενημερώνουν για κάθε νέα εστία τις επίγειες δυνάμεις και μετά από συνεννόηση μαζί τους να επεμβαίνουν αμέσως για να την καταπνίξουν. 6. Συμπεράσματα Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι η μετάδοση πυρκαγιών με κάφτρες αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δυνάμεις δασοπυρόσβεσης. Η επιπόλαιη αντιμετώπιση μιας τέτοιας πυρκαγιάς μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να οδηγήσει στη σπατάλη προσπαθειών του προσωπικού και στη χειρότερη να θέσει ζωές και οχήματα σε κίνδυνο εγκλωβισμού από τις φλόγες. Απαιτείται καλός σχεδιασμός που να αναγνωρίζει τα όρια του εφικτού αλλά και τις υπάρχουσες ευκαιρίες και οπωσδήποτε καλός συντονισμός με σωστή αξιοποίηση δυνάμεων για να εξασφαλίσει τον έλεγχο της πυρκαγιάς στον συντομότερο δυνατό χρόνο. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Albini, F. A. (1979). Spot fire distance from burning trees - a predictive model. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-56. 73 p. Albini, F. A. (1981). Spot fire distance from isolated sources - extensions of a predictive model. USDA For. Serv. Res. Note INT-309. 9 p. Albini, F. A. (1983). Potential spotting distance from wind-driven surface fires. USDA For. Serv. Res. Paper INT-309. 27 p. Anderson, H. E. 1969. Heat transfer and fire spread. USDA For. Serv. Res. Pap. INT-69. 20 p. Andrews, P. L. and Chase, C. H. (1989). BEHAVE: Fire behavior prediction and fuel modeling system - BURN subsystem, part 2. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-260. 93 p. Blackmarr, W. H. 1972. Moisture content influences ignitability of slash pine litter. Res. Note SE-173. 7 p. Brown, J. K. 1970. Ratios of surface area to volume for common fine fuels. For. Sci. 16 (1): 101-105. Brown, A. A., and K. P. Davis. 1973. Forest fire: control and use. 2nd edition. McGraw-Hill Inc., New York. 686 p. Chase, C. H. (1984). Spotting distance from wind-driven surface fires - extensions of equations for pocket calculators. USDA For. Serv. Res. Note INT-346. 21 p. Dorgelo, T. H. 1984. The Ash Wednesday fires of 1983 in South Eastern Αustralia. pp. 38-52. In proceedings of the 2nd International Scientific-Technical Symposium on "Progress in Fighting Fires and Catastrophes from the Air", March 1984, Bremen, Germany. Deutscher Gemeindeverlag - Verlag W. Kohlhammer. 268 p. Καϊλίδης, Δ. 1990. Δασικές πυρκαγιές. Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη. 510 σελ. Morris, G. A. (1987). A simple method for computing spotting distance from wind-driven surface fires. USDA For. Serv. Res. Note INT-374. 6 p. Rothermel, R. C. (1983). How to predict the spread rate and intensity of forest and range fires. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-143. 161 p.

Δεν υπάρχουν σχόλια :